Η Επιστημονική Μέθοδος

Η μίμηση ηταν διαχρονικά για τον άνθρωπο και πολλά ζώα, μια πολύ αξιόπιστη μέθοδος μετάδοσης γνώσης η οποία ικανότητα έδινε μεγάλο εξελικτικό πλεονέκτημα στα είδη που την χρησιμοποιούσαν. Μια τυχαία ανακάλυψη ή παρατήρηση του ενός μπορούσε να μεταδωθεί σε ολόκληρη τη φυλή σε μικρο διάστημα, οι γονείς μπορούσαν να διδάξουν στα παιδιά πως να επιβιώσουν ή ακομα και να αντλήσουν γνώση απο διαφορετικά είδη μιμούμενοί τα.

Παρότι αξιόπιστη σε μεγάλο βαθμό βραχυπρόθεσμα, η μίμηση εμπεριέχει μακροπρόθεσμα  προβλήματα. Οταν μια διαδικασία γίνεται χωρίς συνειδητή γνώση αλλα απλά με μίμηση ή εμπειρικά, το αποτέλεσμα ειναι επιρρεπές σε αλλαγή των συνθηκών. Εαν απλά μάθαμε οτι "χτυπάμε τα τσακμάκια μεταξύ τους και ανάβει φωτιά" δεν θα ξέρουμε γιατι δεν ανάβουν οταν εχουν βραχεί. Το δεύτερο πρόβλημα ειναι οτι η μέθοδος αυτή εχει όριο στο πόση γνωση μπορούμε να ανακαλύψουμε: πρέπει η γνώση να εχει ανακαληφθεί ήδη για να μπορέσουμε να την μιμηθούμε. Τελος, η μέθοδος αυτη ως μετάδοση γνώσης ειναι επιρρεπής σε αχρείαστα τελετουργικά που μπορεί να εξακολουθούν να εκτελούνται και να μεταδίδονται ενω οι συνθήκες εχουν αλλάξει.

Η επιστημονική μέθοδος είναι η πλέον συγκροτημένη προσπάθεια του ανθρώπου να ανακαλύψει και να μεταδώσει γνώση. Δεν εχει κανένα απο τα προβλήματα της μίμησης αλλα έχει όλα τα ωφέλη αφου η μίμηση/μεταφορά γνώσης είναι διαδικασία η οποία γίνεται να χρησιμοποιηθεί επιστημονικά. Συνεπώς, η επιστημονική μέθοδος ειναι και πιο αξιόπιστη μακροπρόθεσμα.

Λόγω της καταπληκτικής επιτυχίας της μεθόδου, παράχθηκε μεγάλος όγκος γνώσης η οποία προσεγγίζεται απο διαφορετικές κανονικές επιστήμες. Η επιστημονική μέθοδος είναι ίδια σε όλες τις κανονικές επιστήμες.

Εμπειρική γνώση στην επιστήμη σήμερα

Η παραγωγή θεωριών και υποθέσεων είναι στην εποχή μας μία από τις εμπειρικές δραστηριότητες. Όλοι σχεδόν ξέρουν να παράγουν θεωρίες και υποθέσεις, αλλά κανείς δεν έχει μπορέσει μέχρι σήμερα να διατυπώσει με σαφήνεια ούτε τη μέθοδο ούτε τα μέσα που χρησιμοποιούνται.

Οι εκδοχές που έχουν διατυπωθεί μέχρι τώρα για το πως παράγονται θεωρίες και υποθέσεις είναι:

  • Πολλές και διαφοροποιούνται μεταξύ τους Η παρουσία πολλών και αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών δείχνει ότι καμία απ’ αυτές δεν είναι σωστή, γιατί αν μια απ’ αυτές ήταν σωστή και αποτελεσματική θα εφαρμοζόταν απ’ όλους, οπότε θα απορρίπτονταν όλες οι άλλες

  • Γενικόλογες, ασαφείς και ανεπαρκείς. Αποδίδουν την παραγωγή θεωριών σε μεμονωμένους παράγοντες, π.χ. στην αξιοποίηση των δεδομένων και των γνώσεων, η οποία επιτυγχάνεται «με κάποιον τρόπο», ο οποίος δεν προσδιορίζεται, ή στις νοητικές ικανότητες των ειδικών, όπως η έμπνευση, η ιδιοφυΐα, η φαντασία, η έμπνευση κ.λ.π. Οι εκδοχές αυτές αποδίδουν ένα μέρος της πραγματικότητας, αλλά δεν αρκούν για να ολοκληρωθεί η εικόνα της

  • Στο σύνολό τους αναποτελεσματικές όντας ανεπαρκείς. Είναι αδύνατο να διδαχθούν, να εφαρμοστούν συστηματικά, να ελεγχθούν, να βελτιωθούν και ν’ αποδώσουν τα αποτελέσματα που προσδοκώνται από τη λειτουργία του θεωρητικού τομέα.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από το ότι η επιστήμη παρά τις έντονες και μακροχρόνιες προσπάθειές της δεν έχει καταφέρει ακόμη να δώσει απάντηση στο βασικό ερώτημα «πώς παράγονται οι θεωρίες;». Η αδυναμία της οφείλεται στο γεγονός ότι η γνώση που χρησιμοποιείται στην παραγωγή θεωριών είναι εμπειρική ή σιωπηλή και ξεπερνιέται όταν η γνώση μετατραπεί σε συνειδητή ή επιστημονική. Το μόνο που χρειάζεται για να προσδιορίσουμε και να διατυπώσουμε με σαφήνεια και πληρότητα την γνώση που χρειάζεται για να παραχθούν οι θεωρίες είναι να ξαναθυμηθούμε αυτά που ήδη ξέρουμε και χρησιμοποιούμε χωρίς να γνωρίζουμε ούτε ότι τα ξέρουμε ούτε ότι τα χρησιμοποιούμε.