Ερευνητικός Τομέας

Έργο ερευνητικού τομέα

Η έρευνα είναι η αναλυτική προσέγγιση της ανατομίας του κόσμου. Κινείται από το ολικό στο μερικό σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν όλο και πιο μικρά τμήματα του αντικειμένου της επιστήμης. Η ίδια η φύση του ερευνητικού έργου αναγκάζει αυτούς που το εκτελούν να αναπτύξουν έναν ειδικό τρόπο σκέψης (σκεπτοδιαδικασία), τον οποίο θα αποκαλέσουμε αποσπασματική θεώρηση της φυσικής πραγματικότητας ή αποσπασματική οπτική. Με τη συνδρομή της αποσπασματικής οπτικής οι ερευνητές γίνονται ικανοί να εστιάσουν την προσοχή τους σε όλο και πιο μικρά τμήματα του αντικειμένου τους και να δουν όλο και πιο μικρές λεπτομέρειες που αφορούν αυτά τα τμήματα. Από την άλλη μεριά όμως χάνουν την δυνατότητα να δουν τη συνολική εικόνα του αντικειμένου τους, κάτι που θα τους βοηθούσε να αντιληφθούν την θέση και το ρόλο που έχει μέσα στο σύνολο το τμήμα που μελετούν.

Ο ρολος της θεωρίας στον ερευνητικό τομέα

Το έργο της έρευνας αρχίζει με την παραγωγή και την αποδοχή μιας θεωρίας ή μιας θεωρητικής υπόθεσης. Η θεωρία με τη μεταφορά της από τον θεωρητικό στον ερευνητικό τομέα γίνεται το πρωτόκολλο εργασίας πάνω στο οποίο οικοδομείται ολόκληρο το ερευνητικό πρόγραμμα. Η θεωρία με το περιεχόμενό της καθορίζει τους στόχους του ερευνητικού προγράμματος και τα μέσα και τις μεθόδους που θα χρησιμοποιηθούν στην εκτέλεσή του. Η θεωρία, δηλαδή ένα αβέβαιο θεωρητικό προϊόν, είναι ο ανώτατος καθοδηγητικός παράγοντας που διευθύνει την έρευνα.

Η έρευνα, με όλα όσα την απαρτίζουν, είναι το «εργαλείο» που εκτελεί τις εντολές της θεωρίας. Επειδή η θεωρία είναι θεωρητικό προϊόν η έρευνα είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο θεωρητικός τομέας για να ελέγξει την ποιότητα των προϊόντων του.

Η θεωρία έχει την δυνατότητα, ανάλογα με την ποιότητά της, να καθορίσει την απόδοση της έρευνας. Αν είναι σωστή, βάσιμη ή συμβατή με την πραγματικότητα, τότε και μόνο τότε ο ερευνητικός τομέας θα μπορέσει να ολοκληρώσει το έργο του με επιτυχία και ν’ ανακαλύψει όσα προβλέπονται απ’ αυτήν. Η επιτυχία της έρευνας σ’ αυτήν την περίπτωση είναι εξασφαλισμένη, ακόμη κι αν την εποχή που διατυπώνεται η θεωρία η έρευνα δεν έχει όλα όσα της χρειάζονται για να ολοκληρώσει το έργο της, καθώς με την καθοδήγηση της βάσιμης θεωρίας θα μπορέσει τελικά να τα’ αποκτήσει. Π.χ. η θεωρητική ανακάλυψη του νετρίνο ή του μποζονίου ήταν αυτή που οδήγησε τους φυσικούς να κατασκευάσουν τις συσκευές και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό τους. Εάν οι θεωρίες είναι πράγματι σωστές, τότε η έρευνα θα καταφέρει, αργά η γρήγορα, να ανακαλύψει τα σωματίδια που προβλέπονται σ’ αυτές. Αντίστροφα, αν οι θεωρίες είναι λανθασμένες, τότε η αποτυχία της ερευνητικής προσπάθειας είναι νομοτελειακά βέβαιη και δεν ανατρέπεται όσο κι αν βελτιωθούν οι ενδογενείς δυνατότητες του ερευνητικού τομέα. Π.χ. ο ερευνητικός τομέας που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τους μηχανισμού με τους οποίους πετάει ο γάιδαρος δεν έχει καμία πιθανότητα να ολοκληρώσει με επιτυχία το έργο του - θα αποτύχει ακόμη κι αν καταφέρει να φτάσει στο τελειότερο επίπεδο εξέλιξης.

Η «αναποτελεσματικότητα» της έρευνας στην πλειοψηφία των περιπτώσεων που παρατηρούνται στη σύγχρονη επιστήμη είναι δευτερογενής και οφείλεται στην αναποτελεσματικότητα του θεωρητικού τομέα. Η δευτερογενής αδυναμία του ερευνητικού τομέα θα ξεπεραστεί όταν εξαλειφθεί η πρωτογενής βλάβη, όταν δηλαδή ο θεωρητικός τομέας συγκροτηθεί και αποκτήσει όλα όσα του χρειάζονται για να παράγει βάσιμες θεωρίες.

Σκεπτοδιαδικασία / οπτική γωνία

Στο επίπεδο της οπτικής, οι ερευνητές βλέπουν, σκέφτονται και δρουν όπως οι ερευνητές εδάφους, οι οποίοι αναλαμβάνουν να χαρτογραφήσουν ένα πολύ μικρό τμήμα μιας πολύ μεγαλύτερης και άγνωστης περιοχής. Μετακινούμενοι πάνω στο έδαφος, είναι ικανοί να δουν απίθανες λεπτομέρειες που αφορούν το τμήμα, αλλά δεν μπορούν να δουν την θέση που έχει το συγκεκριμένο τμήμα μέσα στο σύνολο ούτε ν’ αξιοποιήσουν (ενοποιήσουν) τις παρατηρήσεις τους, γιατί δεν διαθέτουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της περιοχής. Η αποσπασματική θεώρηση της πραγματικότητας και ο τρόπος σκέψης που απορρέει απ’ αυτήν από τη μια λειτουργούν άψογα και αποδίδουν στον ερευνητικό τομέα, αλλά από την άλλη, όπως θα δούμε αναλυτικά στην πορεία δεν εχουν θέση στον θεωρητικό τομέα, ο οποίος κινείται αντίστροφα από τον ερευνητικό. Ο θεωρητικός τομέας κινείται από το μερικό στο ολικό και ως εκ τούτου χρειάζεται την ευρύτερη δυνατή οπτική, προκειμένου να μπορέσει να ενοποιήσει σωστά τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τους τομείς της έρευνας και να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα του αντικειμένου της επιστήμης. Η πλήρης διαφοροποίηση στο επίπεδο του τρόπου σκέψης και της οπτικής που χρησιμοποιεί ο καθένας από τους δυο τομείς για να εκτελέσει το έργο του είναι η πρώτη από τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσά τους και που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση του έργου του ενός από τον άλλο. 

Προϊόντα Ερευνητικού τομέα

Το έργο του ερευνητικού τομέα ολοκληρώνεται με την παραγωγή των δεδομένων. Το μόνο που απομένει να κάνει πριν παραδώσει τα δεδομένα του στον θεωρητικό τομέα είναι να ελέγξει (αξιολογήσει) ως παραγωγός την ποιότητα (εγκυρότητα) των προϊόντων που παράγονται από τη λειτουργία του. Η αξιολόγηση τόσο των δεδομένων όσο και των θεωριών είναι η μόνη δραστηριότητα όπου επικαλύπτεται –χωρίς να ταυτίζεται- το έργο των δύο τομέων. Ο κάθε τομέας χρησιμοποιεί τα δικά του κριτήρια και τις δικές του μεθόδους αξιολόγησης και συμμετέχει στην διαδικασία άλλοτε ως παραγωγός και άλλοτε ως χρήστης. Στην περίπτωση των δεδομένων, ο ερευνητικός τομέας δρώντας ως παραγωγός αποφαίνεται αν τα δεδομένα είναι έγκυρα ή όχι. Το κριτήριο με το οποίο ελέγχεται η αξιοπιστία των δεδομένων είναι το εξής: τα δεδομένα που θεωρούνται και είναι αξιόπιστα είναι αυτά που αναπαράγονται σταθερά σε όλες τις έρευνες που γίνονται σε διαφορετικά εργαστήρια. Το αδιάβλητο των αποτελεσμάτων εξασφαλίζεται και από την δράση των ειδικών επιτροπών δεοντολογίας που έχουν δημιουργηθεί, οι οποίες εξετάζουν αν στην εκτέλεση του ερευνητικού έργου έχουν τηρηθεί οι αρχές και οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του ερευνητικού τομέα.

Ο θεωρητικός τομέας, όπως θα δούμε στα ειδικά κεφάλαια, αξιολογεί κι αυτός τα δεδομένα, αλλά από την θέση του χρήστη, χρησιμοποιώντας τα δικά του κριτήρια, ώστε να διαπιστώσει αν τα δεδομένα είναι αξιοποιήσιμα ή όχι. Αν ο θεωρητικός τομέας λειτουργεί σωστά, αν δηλαδή διαθέτει όλα όσα του χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του με επιτυχία, τότε όλα τα έγκυρα δεδομένα της έρευνας θα πρέπει να θεωρούνται αυτόματα αξιοποιήσιμα. Η περιθωριοποίηση έγκυρων δεδομένων, ανεξάρτητα από τα αίτια στα οποία οφείλεται, αποτελεί μια βασική εκτροπή, η οποία αποδεικνύει την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητα του θεωρητικού τομέα.

Ρόλος του ερευνητικού τομέα στην παραγωγή γνώσης

Τα δεδομένα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (π.χ αν αξιολογηθούν και ερμηνευθούν σωστά), ισοδυναμούν με έγκυρες επιστημονικές γνώσεις. Απ’ την άλλη μεριά, οι θεωρίες είναι αβέβαιες απόψεις, οι οποίες μπορεί να είναι σωστές ή λανθασμένες. Αφου οι θεωρίες είναι οι πρώτες ύλες που εισάγονται για επεξεργασία στην ερευνητική διαδικασία και ότι τα δεδομένα είναι το τελικό προϊόν που παράγεται απ’ αυτήν, η έρευνα είναι μηχανισμός που μετατρέπει αβέβαιες απόψεις σε έγκυρες γνώσεις, οπότε είναι ο τομέας από τον οποίο παράγεται η έγκυρη επιστημονική γνώση. Αυτή η υπεραπλουστευμένη εκδοχή εκ πρώτης όψεως φαίνεται σωστή και γι’ αυτό υιοθετείται από πολλούς. Το λάθος, το οποίο περνά απαρατήρητο και την καθιστά ψευδή, είναι ότι δε συνυπολογίζεται ο ρόλος που διαδραματίζει η βασιμότητα των θεωριών στην έκβαση του ερευνητικού έργου. Η έρευνα έχει πράγματι την δυνατότητα να μετατρέψει σε έγκυρες, αποδειγμένες γνώσεις τις αβέβαιες απόψεις (θεωρίες, υποθέσεις κ.λ.π.), αλλά μόνο όταν οι απόψεις αυτές είναι βάσιμες. Αντίθετα, δεν έχει καμία απολύτως δυνατότητα να μετατρέψει σε έγκυρες γνώσεις απόψεις που είναι αβάσιμες. Συνεπώς, η ορθή εκδοχή, η οποία προκύπτει από τη συνολική εικόνα του κυκλώματος παραγωγής γνώσης, είναι ότι ο θεωρητικός τομέας είναι ο πραγματικός παραγωγός έγκυρης επιστημονικής γνώσης, ενώ η έρευνα είναι το «μέσο» που χρησιμοποιεί για να ελέγξει την βασιμότητα των θεωριών του. Αν το πούμε αλλιώς, η έρευνα είναι ο τελευταίος κρίκος μιας πολύ μεγαλύτερης αλυσίδας, η οποία αντιπροσωπεύει το κύκλωμα παραγωγής έγκυρης επιστημονικής γνώσης.

Το έργο της έρευνας, με τη μορφή διαγράμματος, έχει ως εξής:

Πρώτες ύλες (θεωρίες) ------> ερευνητική διαδικασία (μέσα, μέθοδοι κ.λ.π.) -------> παραγόμενο προϊόν   (δεδομένα)

 

 

Αυτές είναι με λίγα λόγια οι αρμοδιότητες που ανήκουν στον ερευνητικό τομέα και τις οποίες μπορεί να εξυπηρετήσει με τα δομικά στοιχεία που διαθέτει (τρόπος σκέψης- οπτική, μέσα, μέθοδοι, κανόνες κ.λ.π.). Όλες οι δραστηριότητες που ακολουθούν και που οδηγούν στην δημιουργία θεωριών και υποθέσεων, ανεξάρτητα από το ποιος τις εκτελεί ή από το αν εκτελούνται σωστά ή όχι, είναι αφ’ ενός αμιγώς νοητικές και γι’ αυτό ανήκουν στον θεωρητικό τομέα, και αφ’ ετέρου απόλυτα εξειδικευμένες και ως εκ τούτου είναι αδύνατον να εκτελεστούν με τα μέσα και τις μεθόδους του ερευνητικού τομέα.