O ερευνητικός τομέας στην εποχή μας

Η έρευνα στην εποχή μας είναι το χαϊδεμένο παιδί της επιστήμης. Είναι ο τομέας που απορροφά το ενδιαφέρον των ειδικών και το σύνολο των οικονομικών πόρων που διατίθενται για την ανάπτυξη της επιστήμης και στον οποίο εναποτίθενται οι προσδοκίες για την ανάπτυξη των επιστημονικών γνώσεων. Ουσιαστικά, στη συνείδηση της πλειοψηφίας των ειδικών έχει καθιερωθεί σαν ο μόνος τομέας που υπάρχει και ο μόνος που χρειάζεται για να επιτευχθούν οι στόχοι της επιστήμης. Λόγω των παραπάνω, ο ερευνητικός τομέας έχει δομηθεί πάνω σε υγιείς επιστημονικές βάσεις. Έχει αποκτήσει τη συγκρότηση και την οργάνωση που πρέπει να έχει ένας επιστημονικός τομέας και όλα όσα του χρειάζονται (ενδογενή και εξωγενή) για να εκτελέσει το έργο του, ενώ επιπλέον έχει την δυνατότητα να αποκτά συνεχώς νέα, βελτιωμένα μέσα με την βοήθεια των οποίων βελτιώνεται η απόδοσή του.

Τα μοναδικά στοιχεία που δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως είναι:

  • Η ποιότητα (βασιμότητα) των θεωριών και των υποθέσεων οι οποίες αποτελούν τις πρώτες ύλες στην ερευνητική διαδικασία
  • Οι αρμοδιότητες που πράγματι ανήκουν στον ερευνητικό τομέα και τις οποίες μπορεί να εξυπηρετήσει με τα μέσα, τις μεθόδους και την εξειδίκευση που διαθέτει

Αποτέλεσμα αυτης της ασάφειας είναι οτι ο ερευνητικός τομέας στην εποχή μας πασχει δευτερογενώς απο κακής ποιότητας πρώτες ύλες (αβάσιμες υποθέσεις και θεωρίες), καθώς επίσης αναλαμβάνει έργο το οποίο δεν του αναλογεί ουτε εχει την δυνατότητα να εκτελέσει.

Η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του θεωρητικού τομέα στους ειδικούς που έχουν εξειδικευθεί αποκλειστικά στο ερευνητικό έργο ως ιδέα είναι εν μέρει σωστή, γιατί οι ειδικοί που υπηρετούν μια επιστήμη είναι αυτοί που θα πρέπει να εκτελούν το έργο και των δύο βασικών τομέων της επιστήμης τους, και εν μέρει λανθασμένη, γιατί η επιστήμη δεν έχει φροντίσει να τους εξοπλίσει με τις ειδικές γνώσεις (εξειδίκευση) και γενικά με όλα όσα χρειάζονται για να εκτελεστεί σωστά ένα απόλυτα εξειδικευμένο επιστημονικό έργο. Στο καθεστώς αυτό, το θεωρητικό έργο από πολλούς δεν θεωρείται ως μια εξειδικευμένη επιστημονική δραστηριότητα, η ορθή εκτέλεση της οποίας προϋποθέτει την ύπαρξη όλων των ειδικών βασικών δομικών στοιχείων που είναι αναγκαία, αλλά σα μια επουσιώδης ή δευτερογενής δραστηριότητα, η οποία συνοδεύει το ερευνητικό έργο. Η θέση αυτή, εκτός από λανθασμένη, είναι και αποπροσανατολιστική. Η αποδοχή της οδηγεί στη μονομερή συνεχή ανάπτυξη του ερευνητικού τομέα και στη συνεχή περιθωριοποίηση (η οποία αγγίζει τα όρια της πλήρους ανυπαρξίας) και στην αδυναμία συγκρότησης του θεωρητικού τομέα.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από το ότι όλες οι επιτυχίες και όλες οι αποτυχίες της επιστήμης αποδίδονται στην ικανότητα και την ανικανότητα αντίστοιχα του ερευνητικού τομέα. Σ’ αυτόν τον καταμερισμό ευθυνών είναι ολοφάνερη η ανυπαρξία του θεωρητικού τομέα, ο οποίος δεν έχει καμία ευθύνη για τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες της επιστήμης και συνεπώς καμία συμμετοχή, έστω υποτυπώδη, στη λειτουργία της. Π.χ. η ανακάλυψη της δομής του μορίου του D.N.A. αποδίδεται από πολλούς στην έρευνα, η οποία προσκόμισε τα απαραίτητα δεδομένα, ενώ η αδυναμία εντοπισμού των μηχανισμών με τους οποίους ο εγκέφαλος εξυπηρετεί τις νοητικές λειτουργίες αποδίδεται στην ανικανότητα της έρευνας.

Οι θέσεις αυτές είναι εντελώς λανθασμένες και αποκαλύπτουν την άγνοια σχετικά με το ρόλο που διαδραματίζει ο καθένας από τους δυο βασικούς τομείς. Αν το έργο τους ήταν γνωστό, τότε θα ήταν εύκολο ν’ αποδοθούν ορθολογιστικά στον καθέναν απ’ αυτούς οι έπαινοι ή οι ευθύνες που του αναλογούν για τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες αντίστοιχα. Π.χ. ποια ακριβώς ήταν η συνεισφορά των Crick& Watson στην ανακάλυψη της δομής του μορίου του D.N.A.; Ποιό ήταν το ερευνητικό τους έργο και ποιά ήταν τα νέα δεδομένα που συνεισέφεραν; Η θεαματική επιτυχία τους οφείλεται στο νέο, για εκείνη την εποχή, μοντέλο (νοητικό υπόδειγμα) της διπλής έλικας, το οποίο ήταν συμβατό με το αντικείμενό του και γι’ αυτό κατάφεραν με την βοήθειά του να «συναρμολογήσουν» (αξιοποιήσουν) τα δεδομένα που ΗΔΗ υπήρχαν και τα οποία όλοι οι προηγούμενοι δεν μπορούσαν να συναρμολογήσουν, γιατί το μοντέλο που χρησιμοποιούσαν ήταν ασύμβατο με το αντικείμενό του.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα καθοριστούν αφ’ ενός ο ρόλος που διαδραματίζει η ποιότητα των θωριών και των υποθέσεων στην έκβαση του ερευνητικού έργου και αφ’ ετέρου οι αρμοδιότητες που πράγματι ανήκουν στον καθένα από τους δυο βασικούς τομείς της επιστήμης.