Θεωρητικός Τομέας

Αρμοδιότητες θεωρητικού τομέα

Το θεωρητικό έργο αρχίζει εκεί που τελειώνει το ερευνητικό. Όλες οι δραστηριότητες που συγκροτούν το έργο του θεωρητικού τομέα είναι αμιγώς νοητικές και όλοι οι παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην εκτέλεσή τους ανήκουν στο νοητικό επίπεδο. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι ο ρόλος που έχει ο θεωρητικός τομέας στη λειτουργία της επιστήμης στην οποία ανήκει προσομοιάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό με το ρόλο που έχει ο νους στη λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού. Ο θεωρητικός τομέας, όπως και ο νους, είναι αυτός που έχει την ευθύνη να συγκεντρώνει και ν’ αξιοποιεί ή να επεξεργάζεται όλες τις πληροφορίες (γνώσεις, δεδομένα, απόψεις, υποθέσεις κ.λ.π.) που υπάρχουν στην επιστήμη για να δημιουργήσει τα θεωρητικά προϊόντα του, με τα οποία θα καθοδηγήσει τους τομείς της έρευνας. Το έργο ενός θεωρητικού τομέα (π.χ. του θεωρητικού τομέα της βιολογίας, της φυσικής κ.λ.π.) είναι αφ’ ενός αμιγώς νοητικό και αφ’ ετέρου απόλυτα εξειδικευμένο και γι’ αυτό είναι αδύνατο να εκτελεστεί από τον ερευνητικό τομέα της ίδιας επιστήμης, από τον θεωρητικό τομέα μιας άλλης επιστήμης ή από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη (π.χ φιλοσοφία, σε οποιαδήποτε μορφή της).

Το βασικό έργο του θεωρητικού τομέα είναι η παραγωγή θεωριών και γενικών και ειδικών θεωρητικών υποθέσεων, με την βοήθεια των οποίων επιχειρείται να ερμηνευθούν σωστά και να γίνουν κατανοητά τα φαινόμενα που παράγονται από τη λειτουργία του αντικειμένου της επιστήμης στην οποία ανήκει ο τομέας. Από μια άλλη σκοπιά, ο θεωρητικός τομέας είναι αυτός που με τα προϊόντα του προσπαθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που προκύπτουν από τη μελέτη του αντικειμένου της επιστήμης του.

Οι θεωρητικοί είναι οι μόνοι «παραγωγοί» που οφείλουν να κατασκευάζουν οι ίδιοι τα δομικά στοιχεία που λείπουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Είναι οι μόνοι που οφείλουν να κατασκευάζουν τόσο τις πρώτες ύλες που τους λείπουν όσο και τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούν στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου.

Το έργο του θεωρητικού τομέα με τη μορφή διαγράμματος έχει ως εξής:

πρώτες ύλες (δεδομένα) ---------> θεωρητική δραστηριότητα (μέσα και διαδικασία παραγωγής) ----------> προϊόν (θεωρίες και υποθέσεις)

Το έργο του, εκτός από εξειδικευμένο, είναι και σύνθετο. Ολοκληρώνεται σε δυο φάσεις, η κάθε μια από τις οποίες απαρτίζεται από αρκετές επιμέρους δραστηριότητες.

Φάσεις λειτουργίας θεωρητικού τομέα

Συγκέντρωση εδω γίνεται η αξιοποίηση δεδομένων και γνώσεων (αξιοποίηση γνωστού)

Στην πρώτη φάση εντοπίζονται, αξιολογούνται, επιλέγονται, ερμηνεύονται και αξιοποιούνται (συναρμολογούνται) τα δεδομένα που είναι διασκορπισμένα στους πολυάριθμους τομείς της έρευνας, καθώς και όσες από τις γνώσεις που υπάρχουν σε όλες τις άλλες επιστήμες (ομοειδείς και μη) είναι δυνατό ν’ αξιοποιηθούν. Τα δεδομένα και οι γνώσεις αποτελούν τον εξωγενή παράγοντα (πρώτες ύλες) που εισάγεται για επεξεργασία στην θεωρητική διαδικασία, από την οποία παράγονται τα σύνθετα νοητικά σύνολα που ονομάζονται θεωρίες. Το σύνολο των δραστηριοτήτων που συγκροτούν την πρώτη φάση αντιστοιχεί στην κίνηση από το μερικό (δεδομένα και γνώσεις) στο ολικό (θεωρητικά σύνολα).

Παραγωγή θεωριών και θεωρητικών υποθέσεων (προσέγγιση άγνωστου)

Η αναγκαία συνθήκη που επιβάλλει τη λειτουργία του θεωρητικού τομέα είναι η έλλειψη (ανεπάρκεια) δεδομένων και γνώσεων. Η έλλειψη πρώτων υλών και δομικών στοιχείων καθιστά αδύνατη την εκτέλεση οποιασδήποτε άλλης γνωστής παραγωγικής δραστηριότητας. Το θεωρητικό έργο είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ο θεωρητικός τομέας έχει την δυνατότητα να αναπληρώσει την έλλειψη δεδομένων και γνώσεων παράγοντας ειδικές θεωρητικές υποθέσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί ως δομικά στοιχεία ή ως υποκατάστατα των δεδομένων ώστε να ολοκληρώσει το σύνολο (θεωρία) που θέλει να κατασκευάσει. Έτσι, τα θεωρητικά σύνολα που παράγονται αποτελούνται από δεδομένα και γνώσεις, τα οποία αντιπροσωπεύουν μέσα στο σύνολο το γνωστό, και από υποθέσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το άγνωστο. Με τις θεωρητικές υποθέσεις και με τις θεωρίες επιτυγχάνεται η προσέγγιση του άγνωστου. Στο τελικό προϊόν που παράγεται από τη λειτουργία του θεωρητικού τομέα (θεωρίες) εμπεριέχονται και οι δυο βασικές κινήσεις, η κίνηση από το μερικό (δεδομένα και γνώσεις) στο ολικό (θεωρητικό σύνολο) και η κίνηση από το γνωστό στο άγνωστο. 

Επιστημονική αντίληψη και ο ρόλος της στην αποτελεσματικότητα του θεωρητικού τομέα

Η αποτελεσματικότητα του θεωρητικού τομέα καθορίζεται από την ορθή εκτέλεση και των δύο φάσεων που συγκροτούν το έργο του, δηλαδή από την ικανότητά του να αξιοποιεί τις γνώσεις που ήδη υπάρχουν και να παράγει βάσιμες θεωρίες και θεωρητικές υποθέσεις. Επειδή η απόλυτη (ιδεατή) πληρότητα σε δεδομένα και γνώσεις είναι ουτοπική, η επιτυχία του τομέα είναι ανεξάρτητη από τον βαθμό ανεπάρκειας πρώτων υλών. Η αποτελεσματικότητα του θεωρητικού τομέα καθορίζεται αποκλειστικά από την ποιότητα και την απόδοση του θεωρητικού μέσου που χρησιμοποιεί, με το οποίο ολοκληρώνονται ΟΛΕΣ οι θεωρητικές δραστηριότητες. Το μεσο αυτό είναι η επιστημονική αντίληψη.

Επιστημονική αντίληψη

Η επιστημονική αντίληψη είναι το πολύμορφο και πολυδύναμο μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από τον θεωρητικό τομέα με τις παρακάτω βασικές μορφές:

  • Οπτική
  • Λογική
  • Μοντέλο ανασύστασης
  • Πρόγραμμα
  • Ερμηνευτικό σύστημα
  • Παραγωγός υποθέσεων και θεωριών

Η επιστημονική αντίληψη πρέπει να είναι:

  • Πλήρης - να περιέχει όλα τα δομικά και λειτουργικά στοιχεία του αντικειμένου που πραγματεύεται
  • Κατάλληλη - το κάθε στοιχείο να καταλαμβάνει μέσα στο σύνολο την θέση και το ρόλο που του αντιστοιχεί στην φυσική πραγματικότητα
  • Συμβατή με το αντικείμενό της

Εαν εχει αυτες τις ποιότητες τότε θα εκτελεστούν σωστά και με απόλυτη επιτυχία ΟΛΕΣ οι θεωρητικές δραστηριότητες: θ’ αξιοποιηθούν όλα τα στοιχεία που ήδη υπάρχουν και που είναι δυνατό ν’ αξιοποιηθούν και θα παραχθούν βάσιμες θεωρίες και υποθέσεις. Σ’ αυτήν την περίπτωση η επιτυχία είναι νομοτελειακά βέβαιη και ανεξάρτητη από την «ανεπάρκεια» οποιουδήποτε άλλου από τους παράγοντες που υπεισέρχονται στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου.

Ο ειδικός που χρησιμοποιεί μια αντίληψη με αυτές τις ιδιότητες θα πετύχει ακόμη κι αν προσπαθήσει σκληρά να αποτύχει, ακόμη κι αν δεν είναι ούτε ο πιο ιδιοφυής ούτε ο πιο ευφάνταστος από τους υπόλοιπους. Αντίθετα, αν η αντίληψη είναι ανεπαρκής, ακατάλληλη ή ασύμβατη με το αντικείμενό της, τότε θα αποτύχουν όλες οι θεωρητικές δραστηριότητες. Η αποτυχία σ’ αυτήν την περίπτωση είναι επίσης νομοτελειακά βέβαιη και ανεξάρτητη από την ποιότητα και την απόδοση όλων των άλλων παραγόντων που υπεισέρχονται στο θεωρητικό έργο. Συνήθως η αδυναμία αυτή της επιστημονικής αντίληψης εκφράζεται με αδυναμία αξιοποίησης του πλήρρους συνόλου των στοιχείων που ήδη υπάρχουν και στην παραγωγή αβάσιμων θεωριών και υποθέσεων. Επιπλέον, η επιστήμη που χρησιμοποιεί μια ασύμβατη αντίληψη, στην προσπάθειά της να γεφυρώσει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανεπαρκή και ασύμβατη αντίληψη, κατακλύζεται από μια σειρά εκτροπών, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την επίτευξη των στόχων της επιστήμης.

Η αδυναμία εκτέλεσης του θεωρητικού έργου και η παρουσία εκτροπών, όπως η μετατροπή του μέρους σε όλον, η περιθωριοποίηση έγκυρων δεδομένων, η επιλεκτική αξιοποίηση ορισμένων μόνο δεδομένων, οι μέθοδοι προσαρμογής των στοιχείων της φυσικής πραγματικότητας στην επιστημονική αντίληψη (άποψη) κ.λ.π., όπως θα δούμε αναλυτικά στο ειδικό κεφάλαιο, αποκαλύπτουν ότι η αντίληψη που χρησιμοποιείται είναι ανεπαρκής, ακατάλληλη και ασύμβατη με το αντικείμενό της. Ο ειδικός που χρησιμοποιεί μια αντίληψη με αυτές τις ιδιότητες θα αποτύχει στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου, ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά θα προσπαθήσει ή αν είναι ο εξυπνότερος και ο πιο ικανός απ’ όλους.

Επειδή η αντίληψη που χρησιμοποιεί ο κάθε θεωρητικός τομέας είναι απόλυτα ειδική γι’ αυτόν και η επιστημονική αντίληψη είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει την έκβαση της θεωρητικής προσπάθειας, είναι αυτονόητο ότι ο καθένας από τους ειδικούς που υπηρετούν τον θεωρητικό τομέα θα πρέπει να γνωρίζει όλα όσα χρειάζονται για να εξασφαλίζει στο μεγαλύτερο βαθμό τις καλές ποιότητες επιστημονικής αντίληψης που χρησιμοποιείται στην επιστήμη του. Πρέπει δηλαδή να μπορεί να κατασκευάζει, να ελεγχθει και να βελτιωνεί την επιστημονική αντίληψη που χρησιμοποιεί.

Άλλοι παράγοντες που συντελούν στο θεωρητικό έργο

Στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου, όπως άλλωστε και στην εκτέλεση όλων των εξειδικευμένων παραγωγικών δραστηριοτήτων, υπεισέρχονται ,εκτός από τις πρώτες ύλες και τα μέσα παραγωγής, και ορισμένοι άλλοι, πολύ σημαντικοί παράγοντες, όπως:

  • Η διαδικασία παραγωγής ή η μέθοδος με την οποία παράγονται τα εξειδικευμένα προϊόντα
  • Οι κανόνες που εξασφαλίζουν τη ορθή εκτέλεση ενός σύνθετου εξειδικευμένου έργου
  • Τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται η ποιότητα και η απόδοση όλων των αλλων παραγόντων που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο έργο (πρώτες ύλες, μέσα, μέθοδοι κ.λ.π.) καθώς και των προϊόντων που παράγονται απ’ αυτό
  • Οι ειδικοί που έχουν τις ειδικές γνώσεις που χρειάζονται για να επιλέγουν και να χρησιμοποιούν σωστά όλα τα παραπάνω

Συνοψίζοντας, ο θεωρητικός τομέας είναι συγκροτημένος όταν αποκτήσει όλα τα ενδογενή βασικά δομικά στοιχεία που χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του και αποτελεσματικός όταν όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν τις ποιότητες και την απόδοση που χρειάζεται. Η απουσία ή η δυσλειτουργία έστω και ενός απ’ αυτούς τους παράγοντες έχει σαν αποτέλεσμα την δυσλειτουργία ολόκληρου του θεωρητικού τομέα, την αδυναμία ορθής εκτέλεσης του έργου του και την παραγωγή αβάσιμων θεωριών και υποθέσεων.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα εξεταστούν αναλυτικά όλοι οι παράγοντες που συμμετέχουν στο θεωρητικό έργο, με ιδιαίτερη έμφαση στην επιστημονική αντίληψη, η οποία είναι μακράν ο πιο σημαντικός από τους θεωρητικούς παράγοντες, καθώς από την ποιότητα και την απόδοσή της καθορίζεται η απόδοση ολόκληρου του θεωρητικού τομέα και η ποιότητα των προϊόντων που παράγονται απ’ αυτόν.

Διάκριση θεωρητικού και ερευνητικού τομέα

Οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον θεωρητικό και τον ερευνητικό τομέα μιας επιστήμης είναι κυριολεκτικά χαοτικές. Καλύπτουν όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο έργο του κάθε τομέα και καθιστούν εντελώς αδύνατον στον ένα τομέα να εκτελέσει το έργο του άλλου. Ο θεωρητικός τομέας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τίποτα απ’ αυτά που χρησιμοποιεί ο ερευνητικός: ούτε τις μεθόδους ούτε τα μέσα ούτε τα κριτήρια ούτε τους κανόνες ούτε τον τρόπο σκέψης κ.ο.κ. Οι δυο τομείς δεν έχουν τίποτα κοινό: δεν έχουν ούτε τους ίδιους στόχους ούτε την ίδια αποστολή. Επιπλέον, κινούνται σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Ο ερευνητικός, ως ο τομέας της ανάλυσης, κινείται από το ολικό στο μερικό, ενώ ο θεωρητικός, ως ο τομέας της σύνθεσης, κινείται αντίθετα, από το μερικό στο ολικό. Αν ο ερευνητικός είναι ο ερευνητής εδάφους, ο οποίος μελετά ένα πολύ μικρό τμήμα μιας άγνωστης περιοχής, ο θεωρητικός είναι ο εναέριος παρατηρητής, ο οποίος πρέπει να έχει μια γενική εικόνα (αεροφωτογραφία) ολόκληρης της περιοχής, την οποία χρησιμοποιεί για να συναρμολογήσει τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τους ερευνητές εδάφους. Σ’ αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατη η ταύτιση, ακόμη και η απλή επικάλυψη ορισμένων μόνο αρμοδιοτήτων. Οι δυο τομείς λειτουργούν αυτόνομα και ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, προσφέροντας στην επιστήμη ο καθένας το εξειδικευμένο έργο του, το οποίο, αν και είναι εντελώς διαφορετικό, είναι συμπληρωματικό με το έργο του άλλου. Ο ένας συγκεντρώνει στοιχεία και ο άλλος τα συναρμολογεί για να δημιουργήσει την ολοκληρωμένη εικόνα.

Η πλήρης ανομοιογένεια (δομής, έργου κ.λ.π.) δεν καθιστά αδύνατη την ενοποίηση των δύο τομέων. Οι δυο τομείς, αν και ανόμοιοι, συνδέονται λειτουργικά μεταξύ τους με την ανταλλαγή των ειδικών προϊόντων τους. Η μόνη δραστηριότητα στην οποία συνεργάζονται χωρίς όμως να επικαλύπτεται η δράση τους, είναι η αξιολόγηση των δεδομένων και των θεωριών. Ο κάθε τομέας αξιολογεί τα δικά του προϊόντα ως παραγωγός και τα προϊόντα του άλλου ως χρήστης, χρησιμοποιώντας τα δικά του ειδικά κριτήρια, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά από τα κριτήρια του άλλου. Π.χ. ο ερευνητικός τομέας αξιολογεί τα δεδομένα ως προς την εγκυρότητα και την αξιοπιστία τους, ενώ ο θεωρητικός τα αξιολογεί ως προς το αν είναι δυνατό να τα αξιοποιήσει ή όχι.

Συνοψίζοντας, το έργο του θεωρητικού τομέα είναι

  • Απόλυτα εξειδικευμένο
  • Αντελώς διαφορετικό από το έργο του ερευνητικού
  • Συμπληρωματικό με το έργο του ερευνητικού.

Επιστημονική Αντίληψη

Ο πιο σημαντικός από τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο έργο ενός θεωρητικού τομέα είναι η επιστημονική αντίληψη, η οποία είναι το μοναδικό και πολύμορφο μέσο με το οποίο ολοκληρώνονται όλες οι θεωρητικές δραστηριότητες. Ως επιστημονική αντίληψη έχει οριστεί το σύνολο των ειδικών γνώσεων και των απόψεων που αφορούν το αντικείμενο που μελετά η επιστήμη στην οποία ανήκει ο θεωρητικός τομέας. Επειδή το αντικείμενο που μελετά μια επιστήμη διαφέρει από το αντικείμενο που μελετούν όλες οι άλλες επιστήμες, ειτε είναι ομοειδείς μ’ αυτήν είτε όχι, είναι φανερό ότι η επιστημονική αντίληψη μιας επιστήμης διαφοροποιείται αντίστοιχα από την επιστημονική αντίληψη οποιασδήποτε άλλης επιστήμης. έτσι, ο κάθε θεωρητικός τομέας ως μέσο παραγωγής χρησιμοποιεί υποχρεωτικά την επιστημονική αντίληψη της επιστήμης στην οποία ανήκει, η οποία διαφέρει από τις αντιλήψεις όλων των άλλων επιστημών. Συνεπώς, ο θεωρητικός τομέας μιας επιστήμης δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο του θεωρητικού τομέα οποιασδήποτε άλλης επιστήμης, γιατί δεν διαθέτει την κατάλληλη επιστημονική αντίληψη.

Η ειδικότης των θεωρητικών μέσων παραγωγής καθιστά ανέφικτη την εκτέλεση του έργου ενός θεωρητικού τομέα από τον θεωρητικό τομέα οποιασδήποτε άλλης επιστήμης. π.χ. ο θεωρητικός τομέας της βιολογίας δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο του θεωρητικού τομέα της φυσικής και ,αντίστροφα, ο θεωρητικός τομέας της φυσικής δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο του θεωρητικού τομέα της βιολογίας, γιατί δεν διαθέτει τις ειδικές γνώσεις (επιστημονική αντίληψη) που χρειάζονται για να το εκτελέσει.

Διάκριση θεωρητικού και φιλοσοφικού έργου

Το θεωρητικό έργο, παρά τις ομοιότητες που έχει με το φιλοσοφικό, διαφέρει ουσιαστικά απ’ αυτό και γι’ αυτό είναι αδύνατο να εκτελεστεί από οποιονδήποτε τομέα της φιλοσοφίας.

Ομοιότητες:

  • Και οι δυο δραστηριότητες είναι αμιγώς νοητικές. Η εκτέλεσή τους και όλα όσα χρειάζονται για να ολοκληρωθούν ανήκουν στο επίπεδο του νου.
  • Και οι δυο προσπαθούν να προσεγγίσουν το άγνωστο να βρουν αυτά που δεν γνωρίζουμε και να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα που απασχολούν τον άνθρωπο.

Στο σημείο αυτό τελειώνουν οι ομοιότητες και αρχίζουν οι διαφορές:

  • Πλαίσιο λειτουργίας
  • Στόχοι
  • Ειδικότης θεωρητικών μέσων
  • Έλεγχος παραγόμενων προϊόντων.

Η φιλοσοφία δεν έχει συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι υποχρεωμένη να κινηθεί ούτε σαφείς στόχους. Είναι εντελώς ελεύθερη να αναζητήσει απαντήσεις σε οποιοδήποτε ερώτημα απασχολεί τον άνθρωπο, ακόμη κι αν αυτό ανήκει στον χώρο της μεταφυσικής, π.χ. να βρει το νόημα της ζωής, την αλήθεια και το ψέμα, τα δίκαιο και το άδικο, κ.ο.κ. Αντίθετα, ο θεωρητικός τομέας μιας επιστήμης δεν κινείται ελεύθερα ούτε σε όλη την έκταση του άγνωστου. Το έργο του περιορίζεται από πολύ αυστηρά καθορισμένα πλαίσια και όρια και στοχεύει σε συγκεκριμένους στόχους, οι οποίοι καθορίζονται ,όπως θα δούμε στο ειδικό κεφάλαιο, από το περιεχόμενο της κυρίαρχης γενικής άποψης (βασικής αλήθειας), στην οποία απεικονίζονται τα βασικά δομικά στοιχεία του αντικειμένου της επιστήμης στην οποία ανήκει ο θεωρητικός τομέας.

Αν η βασική αλήθεια είναι πλήρης, αν δηλαδή περιέχει όλα τα βασικά δομικά στοιχεία που απαρτίζουν το αντικείμενο που πραγματεύεται ο θεωρητικός τομέας, τότε ο τομέας θα προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν από τη μελέτη όλων των δομικών στοιχείων του αντικειμένου του. Αν είναι ανεπαρκής, το θεωρητικό έργο περιορίζεται ακόμη περισσότερο στην προσπάθεια να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν μόνο από τη μελέτη των δομικών στοιχείων που περιέχονται στην βασική αλήθεια, ενώ δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα στοιχεία που δεν περιέχονται σ’ αυτήν. Π.χ. ο θεωρητικός τομέας της μοριακής βιολογίας προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που αφορούν τη μοριακή δομή των κυττάρων και τη λειτουργία των μοριακών συστημάτων, ενώ δεν ενδιαφέρεται καθόλου ούτε για τα ενδογενή κυτταρικά πεδία ούτε για τις νοητικές λειτουργίες των κυττάρων. Επιπλέον, δεν έχει καμία υποχρέωση να ανακαλύψει το νόημα της ζωής ή το πότε, πώς και από ποιον κατασκευάστηκαν οι ζωντανοί οργανισμοί. Τα ζητήματα αυτά ανήκουν στον χώρο της μεταφυσικής, στον οποίο κινούνται μόνο η θρησκευτική αναζήτηση και η φιλοσοφία.

Ο θεωρητικός τομέας εξ ορισμού είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί τις γνώσεις που ήδη υπάρχουν (γνωστό) για να δομήσει απόψεις για το άγνωστο. Αν το πούμε αλλιώς, πατάει στο γνωστό για να ρίξει μια ματιά στο άγνωστο. Η φιλοσοφία, αντίθετα, δεν έχει την ίδια υποχρέωση. Συνήθως δεν χρησιμοποιεί ως αφετηρία τις έγκυρες γνώσεις αλλά αβέβαιες απόψεις. Ο καθένας από τους ειδικούς που την υπηρετούν είναι ελεύθερος να επιλέξει ως αφετηρία την αβέβαιη άποψη που επιθυμεί και στη συνέχεια ,πατώντας πάνω σε άλλες αβέβαιες απόψεις, να φθάσει στους στόχους που έχει θέσει ο ίδιος ή η σχολή φιλοσοφίας στην οποία ανήκει. Το τελικό προϊόν που παράγεται από την φιλοσοφική αναζήτηση είναι ένα σύνολο το οποίο απαρτίζεται αποκλειστικά από αβέβαιες απόψεις. Αντίθετα, τα προϊόντα (θεωρίες) που παράγονται από τον θεωρητικό τομέα είναι σύνολα τα οποία απαρτίζονται από γνώσεις και από απόψεις (υποθέσεις). Οι γνώσεις αντιπροσωπεύουν μέσα στο σύνολο το γνωστό και οι υποθέσεις το άγνωστο.

Ειδικότης θεωρητικών μέσων: Ο καθένας από τους θεωρητικούς τομείς χρησιμοποιεί τα δικά του μέσα παραγωγής, τα οποία είναι απολύτως ειδικά γι’ αυτόν. Η φιλοσοφία δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο ενός θεωρητικού τομέα γιατί δεν διαθέτει τα ειδικά μέσα που απαιτούνται για την εκτέλεσή του, και

Ελεγχος παραγόμενων προϊόντων: Όλα τα προϊόντα του θεωρητικού τομέα υπόκεινται στην διαδικασία ελέγχου και επιβεβαίωσης. Θεωρούνται αξιόπιστα και γίνονται αποδεκτά μόνο όταν αποδειχθούν η αξιοπιστία και η εγκυρότητά τους, σε αντίθεση με τα προϊόντα της φιλοσοφίας, τα οποία δεν υπόκεινται σε παρόμοιους περιορισμούς. Η αποδοχή τους επαφίεται στην προσωπική κρίση, δηλαδή στις απόψεις που έχουν αυτοί που τις αξιολογούν. Π.χ. αν κάποιος πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού, θα αποδεχθεί σαν ορθές τις φιλοσοφικές απόψεις που αποδίδουν στον Θεό την δημιουργία του σύμπαντος, το νόημα της ζωής, το σωστό και το λάθος κ.λ.π. Αντίθετα, αυτοί που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού θα τις θεωρήσουν αβάσιμες και θα τις απορρίψουν.

Εξειδίκευση στο έργο του θεωρητικού τομέα σήμερα

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι το έργο ενός θεωρητικού τομέα είναι απόλυτα εξειδικευμένο και γι’ αυτό αδύνατο να εκτελεστεί σωστά από οποιονδήποτε άλλο τομέα ή από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη. Η διάκριση ανάμεσα στο θεωρητικό και το ερευνητικό έργο αφορά τους δυο βασικούς τομείς μιας επιστήμης και όχι τους ειδικούς που την υπηρετούν. Οι ειδικοί μιας επιστήμης δεν χωρίζονται σε θεωρητικούς και σε ερευνητές. Άλλωστε, στο καθεστώς που ισχύει, οι ειδικοί που υπηρετούν μια κανονική επιστήμη εξυπηρετούν το έργο και των δυο βασικών τομέων, ανεξάρτητα από τον τομέα στον οποίο έχουν εξειδικευθεί (π.χ. ερευνητικό).

Το ισχύον καθεστώς είναι και το σωστό, γιατί οι ειδικοί που υπηρετούν μια επιστήμη είναι οι μόνοι που έχουν τις ειδικές γνώσεις και τις απόψεις της επιστήμης τους και συνεπώς είναι οι μόνοι που μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν ως θεωρητικό μέσο ( επιστημονική αντίληψη) για να εκτελέσουν το θεωρητικό έργο. Η αδυναμία που παρατηρείται στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη θεωρητικής εξειδίκευσης. Οι ειδικοί είναι αποτελεσματικοί στο ερευνητικό έργο γιατί έχουν όλα όσα χρειάζονται για να το εκτελέσουν, ενώ από την άλλη μεριά δεν μπορούν να εκτελέσουν σωστά το θεωρητικό έργο γιατί δεν έχουν ούτε την εξειδίκευση ούτε αυτά που χρειάζονται για να το εκτελέσουν.