Ο θεωρητικός τομέας στην εποχή μας

Ο θεωρητικός τομέας, σε αντίθεση με τον ερευνητικό, είναι ο φτωχός, ο παρεξηγημένος και ,πάνω απ’ όλα, ο παραμελημένος συγγενής της επιστήμης: ένας τομέας ο οποίος δεν έχει τίποτα π’ αυτά που χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του. Δεν έχει ούτε την δομική συγκρότηση και την οργάνωση ενός εξειδικευμένου επιστημονικού τομέα, ούτε τα ειδικά μέσα, τις μεθόδους, τους κανόνες κ.λ.π. Δεν έχει ούτε καν αρμοδιότητες, καθώς το έργο του δεν θεωρείται εξειδικευμένο και ανατίθεται με πολύ μεγάλη ευκολία στην έρευνα ή σε οποιονδήποτε επιθυμεί να το εκτελέσει, άσχετα αν έχει τις ειδικές γνώσεις που χρειάζονται για να το εκτελέσει ή όχι. Όλα στον θεωρητικό τομέα γίνονται «με κάποιον τρόπο», ο οποίος δεν έχει προσδιοριστεί ποτέ, και με την βοήθεια «κάποιων μέσων», τα οποία κατονομάζονται (π.χ. η φαντασία, η έμπνευση, η λογική, η ευφυΐα, κ.λ.π.), χωρίς να προσδιορίζεται ούτε το νοηματικό τους περιεχόμενο ούτε ο τρόπος με τον οποίο δρουν.

Η δομική και λειτουργική ανυπαρξία του θεωρητικού τομέα, λόγω του ότι παρατηρείται οχι μόνο στην εποχή μας αλλα σε όλες τις εποχές και σε όλες τις επιστήμες, δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια τυχαία ή παροδική αδυναμία. Αντίθετα, πρέπει να αποδοθεί σε κάποια αίτια, τα οποία πρέπει να προσδιοριστούν ώστε να καταστεί δυνατόν να εξαλειφθούν. Τα αίτια στα οποία οφείλεται είναι αρκετά και επιπλέον συνδυάζονται μεταξύ τους δημιουργώντας ένα αδιαπέραστο φράγμα. Στο σημείο αυτό θα αναφερθούν συνοπτικά ορισμένα απ’ αυτά, τα οποία θεωρούνται και τα πιο σημαντικά, ενώ στην πορεία θα αναλυθούν και θα εξαλειφθούν. Ορισμένα απ’ αυτά οφείλονται στο καθεστώς που διέπει τη λειτουργία της επιστήμης και άλλα στην φύση του θεωρητικού έργου και των παραγόντων που συμμετέχουν σ’ αυτό.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 1ος: Μεταφορά αρμοδιοτήτων

Όλες οι δραστηριότητες που συγκροτούν το έργο του θεωρητικού τομέα έχουν μεταφερθεί και εξυπηρετούνται από τον ερευνητικό. Η μεταφορά των αρμοδιοτήτων αποδεικνύει ότι το θεωρητικό έργο δεν θεωρείται εξειδικευμένο, αφού ανατίθεται σε ειδικούς που δεν έχουν εξειδικευθεί στην εκτέλεσή του. αυτό που μένει μετά την αφαίρεση αρμοδιοτήτων είναι μια τυπική παρουσία, η οποία έχει τον τίτλο «θεωρητικός τομέας», ένα δοχείο χωρίς περιεχόμενο. Σ’ αυτήν τη λογική, το θεωρητικό έργο θεωρείται σα μια επουσιώδης, δορυφορική δραστηριότητα που «συνοδεύει» το κυρίως επιστημονικό έργο, το οποίο ασφαλώς είναι το ερευνητικό, και ολόκληρος ο θεωρητικός τομέας θεωρείται παράρτημα του ερευνητικού.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 2ος: Ασαφεια θεωρητικού τομέα

Ακόμη κι αυτοί που έχουν αντιληφθεί την πραγματικότητα και έχουν ασχοληθεί με τα προβλήματα του θεωρητικού τομέα , σε μια προσπάθεια να τα επιλύσουν, δεν έχουν καταφέρει μέχρι τώρα να δώσουν κάποια αποτελέσματα που να έχουν πρακτική αξία. Παρά τις φιλότιμες και μακροχρόνιες προσπάθειες που έχουν καταβληθεί,

Α) δεν έχουν προσδιοριστεί οι δραστηριότητες (αρμοδιότητες) που ανήκουν στον θεωρητικό τομέα,

Β) δεν έχει ξεκαθαριστεί ότι όλες οι δραστηριότητες που συγκροτούν το θεωρητικό έργο είναι απόλυτα εξειδικευμένες και γι’ αυτό είναι αδύνατο να εκτελεστούν σωστά από οποιονδήποτε άλλο τομέα, επιστήμη ή επιστήμονα δεν έχει τις ειδικές γνώσεις που απαιτούνται για την ορθή εκτέλεσή τους και

Γ) δεν έχουν προσδιοριστεί ούτε η μέθοδος (ή οι μέθοδοι) με την οποία παράγονται τα θεωρητικά προϊόντα ούτε τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους, ενώ δεν έχει διευκρινιστεί καν αν χρειάζονται πράγματι κάποια μέσα και κάποιες μέθοδοι για την παραγωγή θεωριών και υποθέσεων. Τα αποτελέσματα των προσπαθειών που έχουν καταβληθεί δεν είναι ικανοποιητικά, γιατί δεν απαντούν στα ερωτήματα που έχουν τεθεί, τα οποία αποτελούν ένα μικρό μέρος των ερωτημάτων που είναι δυνατό να τεθούν. Και δεν δίνουν λύσεις στα βασικά και ουσιώδη προβλήματα που αφορούν την δομική συγκρότηση και τη λειτουργία του θεωρητικού τομέα.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 3ος: αδιαφορία ειδικών

Σύμφωνα με το Sydney Brenner «εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, κανείς δεν δημοσιεύει πλέον θεωρητικά κείμενα γύρω από την βιολογία. Όλοι στρέφονται στη μελέτη της δομής των μορίων.». (1) Η διαπίστωση αυτή είναι ακριβής και αφορά την πλειοψηφία των ειδικών και το σύνολο των επιστημών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως είναι ο θεωρητικός τομέας της φυσικής. Το φαινόμενο δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αδικαιολόγητο. Γιατί ν’ αποφασίσει κάποιος ν’ ασχοληθεί με τα προβλήματα του θεωρητικού τομέα ή με το θεωρητικό έργο, όταν πιστεύει ότι ο θεωρητικός τομέας δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο ούτε στις επιτυχίες ούτε στις αποτυχίες της επιστήμης και όταν είναι βέβαιος, λόγω της αναποτελεσματικότητας των προσπαθειών που έχουν προηγηθεί, ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες να πετύχει ένα θετικό αποτέλεσμα; Γιατί να χάσει μάταια τον χρόνο του με μια ασήμαντη και επουσιώδη δραστηριότητα, αντί ν’ ασχοληθεί με την έρευνα, όπου τα’ αποτελέσματα είναι σχεδόν εξασφαλισμένα;

Παράγοντας δυσλειτουργίας 4ος: ανυποληψία θεωρητικού τομέα

Όπως είναι φυσικό, η μια λανθασμένη εκδοχή οδηγεί σαν ντόμινο στην επόμενη. Το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει απ’ όλες τις παραπάνω λανθασμένες εκδοχές είναι η πλήρης απαξίωση του θεωρητικού τομέα. Ο θεωρητικός τομέας, όντας ανύπαρκτος δομικά κι λειτουργικά, καθίσταται σαν ανύπαρκτος και στη συνείδηση των ειδικών που υπηρετούν την επιστήμη. Το κεντρικό στοιχείο που αποκαλύπτει τα όρια στα οποία φθάνει η απαξίωση είναι ο καταμερισμός ευθυνών. Στο καθεστώς που επικρατεί, ΟΛΕΣ οι επιτυχίες της επιστήμης αποδίδονται με πολύ μεγάλη ευκολία στην ικανότητα της έρευνας και απ’ την άλλη, με την ίδια άνεση, αποδίδονται στον ίδιο τομέα όλες οι αποτυχίες. Ο θεωρητικός τομέας σ’ αυτόν τον καταμερισμό δεν έχει καμία ευθύνη ούτε για τις επιτυχίες ούτε για τις αποτυχίες. Αυτό αποδεικνύει ότι γι’ αυτούς που αποδέχονται τις παραπάνω εκτιμήσεις ο θεωρητικός τομές είναι ανύπαρκτος.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 5ος: ιδιομορφία της φύσης του θεωρητικού έργου

Ολόκληρος ο θεωρητικός τομέας, μαζί με ΟΛΑ τα βασικά δομικά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται, ανήκει στο νοητικό επίπεδο. Όπως θα δούμε αναλυτικά στα κεφάλαια που ακολουθούν, όλα τα στοιχεία που του χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του, από τις πρώτες ύλες, τα μέσα και τις μεθόδους παραγωγής μέχρι τα προϊόντα που παράγει, είναι αμιγώς νοητικά. Στο νοητικό επίπεδο ανήκουν και όλες οι δραστηριότητες που συγκροτούν το έργο του τομέα, από την αναγνώριση, την αξιολόγηση, την επιλογή, την ερμηνεία και την αξιοποίηση των δεδομένων και των γνώσεων μέχρι την παραγωγή θεωριών και υποθέσεων κ.λ.π.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι δομικά και λειτουργικά ο θεωρητικός τομέας ανήκει στο επίπεδο του νου. Ουσιαστικά, ο κάθε θεωρητικός τομέας είναι ο νους της επιστήμης στην οποία ανήκει. Αυτός είναι ο πυρήνας της αδυναμίας δομικής και λειτουργικής συγκρότησής του. Ο τομέας είναι απρόσιτος και «ανύπαρκτος» με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους ακριβώς λόγους που είναι απρόσιτος και «ανύπαρκτος» και ο νους του ανθρώπου. Συμμετέχει σε ΟΛΕΣ τις δραστηριότητες που εκτελούνται σε μια επιστήμη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που συμμετέχει ο νους σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες: η δράση και των δυο είναι συγκαλυμμένη και έμμεση. Ο θεωρητικός τομέας, όπως και ο νους, υπάρχει και συμμετέχει σε όλα όσα διαδραματίζονται, αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος εμφανίζεται άμεσα στο επίπεδο στο οποίο εξελίσσεται η δράση. Για να πλησιάσουμε τον θεωρητικό τομέα θα πρέπει να πλησιάσουμε όσο πιο κοντά γίνεται στο επίπεδο του νου. Αν καταφέρουμε να προσεγγίσουμε το νου, τότε θα προσεγγίσουμε και τον τομέα της θεωρίας.

Οι θεωρητικές δραστηριότητες αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος της ευρύτερης νοητικής δραστηριότητας το οποίο εκτελείται με την βοήθεια ενός πολύ μικρού τμήματος του νου, στο οποίο περιέχονται οι γνώσεις και οι απόψεις που αφορούν το αντικείμενο της επιστήμης στην οποία ανήκει ο θεωρητικός τομέας και το οποίο θα ονομάσουμε επιστημονική αντίληψη. η επιστημονική αντίληψη είναι το μοναδικό, το πολύμορφο και το πολυδύναμο μέσο με το οποίο ολοκληρώνονται ΟΛΕΣ οι θεωρητικές δραστηριότητες. Ο τομέα της θεωρίας δεν έχει την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε άλλο από τα μέσα που υπάρχουν ή που θα κατασκευαστούν στο μέλλον, γιατί κανένα άλλο μέσο δεν ανήκει στο επίπεδο του νου και ,ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ενσωματωθεί στη λειτουργία του.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 6ος: αδυναμία διάκρισης παραγόντων του θεωρητικού τομέα

Η διάκριση των παραγόντων που συμμετέχουν σε οποιαδήποτε από τις γνωστές παραγωγικές διαδικασίες είναι τόσο ευχερής ώστε θεωρείται αυτονόητη. Ο καθένας απ’ αυτούς τους παράγοντες έχει τα δικά του φυσικά χαρακτηριστικά (μορφή, δομή, σχήμα, βάρος κ.λ.π.) και τον δικό του ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, οπότε είναι εύκολο να εντοπιστεί και να διαχωριστεί απ’ όλους τους άλλους. Π.χ. οι ειδικοί που ασχολούνται με το ερευνητικό έργο μπορούν να ξεχωρίσουν τις πρώτες ύλες (θεωρίες και υποθέσεις) από τα μέσα που χρησιμοποιούν, τα μέσα από τις μεθόδους και όλα μαζί από τα προϊόντα που παράγουν. Έτσι, μπορούν:

  • Να επιλέξουν τον παράγοντα που κατά τη γνώμη τους είναι ο καταλληλότερος για το έργο τους
  • Να τον χρησιμοποιήσουν σωστά στον ρόλο που του αντιστοιχεί
  • Να εντοπίσουν τον παράγοντα που δυσλειτουργεί και να τον βελτιώσουν στην περίπτωση της αποτυχίας . Μπορούν δηλαδή να καταλάβουν τι φταίει για την αποτυχία τους και να την ανατρέψουν.

Οι επιτυχίες και η συνεχής βελτίωση της απόδοσης του ερευνητικού τομέα επιβεβαιώνουν όλα τα παραπάνω. Η έρευνα επειδή μπορεί να διακρίνει όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο έργο της, έχει την δυνατότητα να τους αξιολογεί και να βελτιώνει συνεχώς τόσο τα μέσα όσο και τις μεθόδους της.

Οι ειδικοί που ασχολούνται με το θεωρητικό έργο δεν έχουν αυτήν την πολυτέλεια. Δεν μπορούν να ξεχωρίσουν οποιονδήποτε από τους παράγοντες που συμμετέχουν στο έργο τους από οποιονδήποτε άλλο. Η δυσχέρεια διάκρισης, η οποία αγγίζει τα όρια της πλήρους αδυναμίας, οφείλεται στην φύση των παραγόντων που υπεισέρχονται στο θεωρητικό έργο. Όλοι οι θεωρητικοί παράγοντες είναι σύνολα που απαρτίζονται από γνώσεις και απόψεις ή σύνολα άυλων ιδεών, τα οποία δεν διαθέτουν κανένα εμφανές φυσικό χαρακτηριστικό, το οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό και την διάκρισή τους. Είναι εξαιρετικά δύσκολο –έως αδύνατον- να ξεχωρίσει κανείς τις πρώτες ύλες (δεδομένα και γνώσεις) από τα μέσα παραγωγής (επιστημονική αντίληψη- σύνολο γνώσεων και απόψεων), τα μέσα από την διαδικασία παραγωγής (ειδική γνώση που αφορά την παραγωγή εξειδικευμένων προϊόντων) και όλα τα παραπάνω από τα προϊόντα που παράγονται από τον θεωρητικό τομέα, τα οποία αποτελούν εν δυνάμει γνώσεις. Η αδυναμία διάκρισης είναι πλήρης και φθάνει μέχρι το επίπεδο των όρων που χρησιμοποιούνται για ν’ αποδώσουν τον καθένα απ’ αυτούς τους παράγοντες. Με τον όρο θεωρία για παράδειγμα αποδίδονται όλοι οι παραπάνω παράγοντες (μέσα, διαδικασία, προϊόντα) και ολόκληρος ο θεωρητικός τομέας και το έργο του.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αδυναμία διάκρισης οφείλεται στην φύση των θεωρητικών παραγόντων. Ο κάθε ένας απ’ αυτούς αποτελεί, με την ευρεία έννοια του όρου, ένα σύνολο το οποίο απαρτίζεται από ειδικές επιστημονικές γνώσεις. Όλοι ανήκουν στο νοητικό επίπεδο, το οποίο απαρτίζεται από άυλες γνώσεις, απόψεις, ιδέες κ.λ.π. Κανένας δεν ανήκει στο φυσικό επίπεδο. Κανείς δεν έχει χρώμα, σχήμα, βάρος, μορφή ή κάποιο χαρακτηριστικό που θα τον καθιστούσε αναγνωρίσιμο και διακριτό από τους άλλους. Επιπλέον οι θεωρητικοί παράγοντες επικαλύπτονται μεταξύ τους, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια διάκρισης. Π.χ. η επιστημονική αντίληψη η οποία χρησιμοποιείται σαν θεωρητικό «μέσο» είναι, όπως έχουμε πει, το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων και των απόψεων που υπάρχουν σε μια επιστήμη. Την ίδια ακριβώς ιδιότητα (σύνολο γνώσεων και απόψεων) έχουν και οι πρώτες ύλες [δεδομένα, γνώσεις και υποθέσεις-απόψεις] που εισάγονται στη θεωρητική διαδικασία (ειδική γνώση), από την οποία θα παραχθούν οι θεωρίες (σύνθετα σύνολα τα οποία απαρτίζονται από γνώσεις και υποθέσεις). Ουσιαστικά ο ένας παράγοντας διεισδύει μέσα στον άλλο, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την διάκρισή τους.

Η γνώση (επιστημονική αντίληψη) χρησιμοποιεί τον εαυτό της (δεδομένα και υποθέσεις) για να παράγει νέα γνώση (θεωρίες).

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η αδυναμία συγκρότησης του θεωρητικού τομέα είναι απόλυτα δικαιολογημένη και κατανοητή. Πώς είναι δυνατό να συγκροτηθεί ένας ειδικός επιστημονικός τομέας και ν’ αποκτήσει αυτά που του χρειάζονται, όταν δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε και να διακρίνουμε έστω και έναν από τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο έργο του και ν’ αντιληφθούμε το ρόλο που διαδραματίζει ο καθένας;

Παράγοντας δυσλειτουργίας 7ος: μοναδικότητα θεωρητικού έργου

Το θεωρητικό έργο είναι μοναδικό και εντελώς διαφορετικό από το έργο που εκτελείται από οποιαδήποτε άλλη γνωστή παραγωγική δραστηριότητα.

Με το θεωρητικό έργο εκτελούνται ταυτόχρονα η κίνηση από το μερικό στο ολικό και από το γνωστό στο άγνωστο. Ο συνδυασμός αυτός δεν παρατηρείται σε καμία από τις γνωστές δραστηριότητες.

Όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες, με εξαίρεση την θεωρητική, μπορούν να προμηθευτούν ένα ή περισσότερα από τα δομικά στοιχεία που χρησιμοποιούν (π.χ. μέσα παραγωγής) από κάποιον άλλο παραγωγό. Ο θεωρητικός τομέας είναι ο μόνος που δεν έχει αυτήν την πολυτέλεια. Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο καθένας από τους θεωρητικούς τομείς είναι , όπως θα δούμε αναλυτικά, απολύτως ειδικά γι’ αυτόν και ως εκ τούτου είναι αδύνατον να χρησιμοποιηθούν ή να κατασκευαστούν από οποιονδήποτε άλλο τομέα (θεωρητικό ή ερευνητικό) και από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη. Η απόλυτη εξειδίκευση των μέσων καθιστά αναγκαία την δημιουργία και την βελτίωσή τους από τον θεωρητικό τομέα που τα χρησιμοποιεί.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 8ος: λανθασμένη κατηγορία ερευνητικού τομέα για ανεπάρκεια δεδομένων

Η επιτυχία της εκτέλεσης οποιασδήποτε από τις γνωστές παραγωγικές δραστηριότητες εξαρτάται, εκτός όλων των άλλων, και από την πληρότητα και την ποιότητα των πρώτων υλών. Η έλλειψη πρώτων υλών καθιστά αδύνατη την παραγωγή των προϊόντων που παράγονται από μια παραγωγική διαδικασία. Ο θεωρητικός τομέας είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η ανεπάρκεια ή έλλειψη δεδομένων δεν αποτελεί ανασχετικό παράγοντα στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου ούτε εμποδίζει την παραγωγή αξιόπιστων προϊόντων. Αντίθετα, αποτελεί την αναγκαία συνθήκη που επιβάλλει τη λειτουργία του θεωρητικού τομέα, την εκτέλεση του θεωρητικού έργου και την παραγωγή βάσιμων θεωριών. Αν ανατραπεί αυτή η συνθήκη, αν δηλαδή η επιστήμη αποκτήσει όλα τα δεδομένα και τις γνώσεις που της χρειάζονται, τότε καταργείται αυτόματα ο λόγος που επιβάλλει τη λειτουργία του θεωρητικού τομέα και η ανάγκη παραγωγής θεωριών. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν φτιάχνει θεωρίες για να ερμηνεύσει αυτά που είναι πλήρως γνωστά.

Η παραπάνω εκδοχή έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή που υποστηρίζει ότι οι θεωρίες θα παραχθούν όταν η έρευνα ολοκληρώσει το έργο της και προσκομίσει όλα τα δεδομένα που χρειάζονται. Η αλήθεια είναι ότι η έρευνα θα ολοκληρώσει το έργο της όταν ο θεωρητικός τομέας αποκτήσει την δομική συγκρότηση και την αποτελεσματικότητα που του χρειάζονται για να αξιοποιήσει τα στοιχεία που ήδη υπάρχουν και να δομήσει βάσιμες θεωρίες, με τις οποίες θα οδηγήσει τον ερευνητικό τομέα να βρει τα στοιχεία που λείπουν.

Παράγοντας δυσλειτουργίας 9ος: "καταστροφή" δεδομένων

Ο θεωρητικός τομέας είναι ο τομέας στον οποίο εισάγονται δεδομένα, τα οποία ισοδυναμούν με έγκυρες επιστημονικές γνώσεις, και από τον οποίο παράγονται θεωρίες, υποθέσεις κ.λ.π., οι οποίες ισοδυναμούν με αβέβαιες απόψεις. Σε μια επιπόλαιη προσέγγιση είναι δυνατό ν δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το έργο του θεωρητικού τομέα είναι ένας μηχανισμός με τον οποίο υποβαθμίζονται ή καταστρέφονται οι έγκυρες γνώσεις, αφού μετατρέπονται σε βέβαιες απόψεις. Η αλήθεια δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτήν την εκδοχή. Ο θεωρητικός τομέας που λειτουργεί σωστά ούτε καταστρέφει ούτε υποβαθμίζει ,με οποιονδήποτε τρόπο, τις έγκυρες γνώσεις. Απλά τις χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει αβέβαιες απόψεις γι’ αυτά που ΔΕΝ είναι γνωστά στην επιστήμη, οι οποίες στη συνέχεια θα μετατραπούν σε νέες γνώσεις, εφ’ όσον είναι βάσιμες. Όλες οι γνώσεις που έχουμε σήμερα ήταν, την εποχή που πρωτοεμφανίστηκαν, αβέβαιες απόψεις, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν γιατί είχαν το προσόν να είναι βάσιμες

Παράγοντας δυσλειτουργίας 10ος: ο θεωρητικός τομέας υπάρχει και λειτουργεί εν μέρει

Το τελευταίο και ίσως το πιο σημαντικό από τα αίτια που διατυπώθηκαν, καθώς ενισχύει όλα τα παραπάνω, είναι η ευχέρεια με την οποία ο καθένας από τους ειδικούς μπορεί να παράγει όλα τα θεωρητικά προϊόντα. Όλες οι επιστήμες, ακόμα και ο καθένας από τους τομείς από τους οποίους αποτελούνται, είναι γεμάτες με πολυάριθμες θεωρίες, υποθέσεις, ερμηνείες των δεδομένων κ.ο.κ. Η παρουσία πολλών θεωριών, οι οποίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν όλα τα φαινόμενα που μελετούν όλες οι επιστήμες, ενισχύει όλες τις λανθασμένες εκδοχές που διατυπώθηκαν, οι οποίες οδηγούν στην αδυναμία συγκρότησης του θεωρητικού τομέα. Το θεωρητικό έργο, σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν θεωρείται τόσο εξειδικευμένο ώστε να καθιστά αναγκαία τη συγκρότηση ενός εξειδικευμένου τομέα, ο οποίος θα το εκτελεί. Γιατί να μπούμε στον κόπο να συγκροτήσουμε έναν ολόκληρο επιστημονικό τομέα, αφού το έργο που υποτίθεται ότι του αναλογεί εκτελείται ήδη από τον καθένα που θέλει να το εκτελέσει; Οι εκτιμήσεις αυτές ενισχύονται από τις επιτυχίες που έχουν σημειωθεί κατά καιρούς σε διάφορες επιστήμες ,ιδιαίτερα στην φυσική, ορισμένες από τις οποίες είναι θεαματικές.

Το στοιχείο που δε συνυπολογίζεται στις παραπάνω εκτιμήσεις και που ,αν συνυπολογιστεί, οδηγεί στην ανατροπή τους, είναι αδυναμία συστηματικής επανάληψης των επιτυχιών. Οι επιτυχίες είναι σποραδικές και τόσο λίγες σε σύγκριση με το συνολικό αριθμό των θεωριών που παράγονται καθημερινά, ώστε μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Αν απομονώσουμε τις ελάχιστες επιτυχίες και αγνοήσουμε τις πολυάριθμες αποτυχίες, θ’ αναγκαστούμε να δεχθούμε ότι η επιστήμη διαθέτει όλες τις γνώσεις που χρειάζονται για να παράγει βάσιμες θεωρίες. Αν αυτό αληθεύει, τότε γιατί δεν χρησιμοποιεί τις γνώσεις που διαθέτει για να ερμηνεύσει σωστά και να κατανοήσει ΟΛΑ τα φαινόμενα που μελετά; Γιατί τα φαινόμενα στην πλειοψηφία τους παραμένουν ακατανόητα;

Το φαινόμενο είναι αντιφατικό: η επιστήμη από τη μια παράγει θεωρίες και απ’ την άλλη δεν μπορεί να διατυπώσει τις γνώσεις που χρησιμοποιεί για να τις παράγει. Η εξήγησή του είναι απλή: ο κάθε άνθρωπος, είτε είναι ειδικός είτε όχι, μπορεί και εκτελεί καθημερινά όλες τις θεωρητικές δραστηριότητες ( συγκεντρώνει, ερμηνεύει και αξιοποιεί στοιχεία και πληροφορίες για να παράγει εκτιμήσεις, αναλύσεις, συμπεράσματα κ.λ.π.), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο το κάνει ή τους παράγοντες που χρησιμοποιεί για να το κάνει. Με παρόμοιο τρόπο, ο καθένας από μας μπορεί να αγαπάει, να περπατάει, να μεταβολίζει την τροφή του, να σκέφτεται, να επιλέγει κ.λ.π., παρ’ ότι δεν γνωρίζει πώς ακριβώς εκτελούνται αυτές οι δραστηριότητες.

Το «γνωρίζω» είναι το στοιχείο που κάνει την διαφορά ανάμεσα σε μια εμπειρική και σε μια επιστημονική δραστηριότητα. Στο καθεστώς που υπάρχει, η εκτέλεση όλων των θεωρητικών δραστηριοτήτων και η παραγωγή όλων των θεωρητικών προϊόντων είναι εμπειρικές. Θα γίνουν επιστημονικές μόνο όταν καλυφθούν από πλήρη επιστημονική γνώση, δηλαδή όταν συγκροτηθεί ο θεωρητικός τομέας και αποκτήσει όλα όσα του χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του.