Θεωρητικές Υποθέσεις

Οι θεωρητικές υποθέσεις είναι αβέβαιες απόψεις, οι οποίες παράγονται συνήθως για να καλύψουν την έλλειψη γνώσεων. Από λειτουργική άποψη είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματα, οι λύσεις στα προβλήματα ή ο παράγοντας που οδηγεί την επιστήμη στο άγνωστο, ενώ σε μια άλλη εκδοχή μπορούμε να πούμε ότι, μαζί με τις ερμηνείες, είναι η μήτρα από την οποία γεννιούνται οι νέες γνώσεις της επιστήμης. Όλες σχεδόν οι γνώσεις που έχουμε σήμερα ήταν, την εποχή που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά, αβέβαιες απόψεις, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν γιατί ήταν βάσιμες.

Ο ρόλος που διαδραματίζουν οι υποθέσεις στη λειτουργία της επιστήμης, είναι σύνθετος και πολύ σημαντικός. Οι βάσιμες υποθέσεις (γενικές και ειδικές) οδηγούν στην επιτυχία και οι αβάσιμες στην αποτυχία. Ως εκ τούτου, η παραγωγή θεωρητικών υποθέσεων είναι μια από τις πιο σημαντικές δραστηριότητες του θεωρητικού τομέα, η οποία αποσκοπεί στην δημιουργία βάσιμων υποθέσεων. Το πρόβλημα που παρατηρείται σε όλες τις επιστήμες έγκειται στο ότι οι περισσότερες από τις θεωρητικές υποθέσεις που παράγονται είναι αβάσιμες. Η υπερπαραγωγή υποθέσεων από τη μια δείχνει ότι η επιστήμη έχει τις γνώσεις που χρειάζονται για να παράγει υποθέσεις, ενώ η αδυναμία συστηματικής παραγωγής βάσιμων υποθέσεων δείχνει ότι οι γνώσεις αυτές είναι κατά κάποιον τρόπο ανεπαρκείς. Δεν έχουν δηλαδή ούτε την ποιότητα ούτε το ειδικό βάρος ούτε την απόδοση των έγκυρων επιστημονικών γνώσεων. Μπορούμε να πούμε πως οι γνώσεις που υπάρχουν και χρησιμοποιούνται είναι εμπειρικές, όπως αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται με μεγάλη ευκολία απ’ όλους τους ειδικούς αν και δεν έχουν διατυπωθεί ποτέ από κανέναν.

Για να βελτιωθούν οι πιθανότητες παραγωγής βάσιμων θεωρητικών υποθέσεων, θα πρέπει οι γνώσεις αυτές να μετατραπούν από εμπειρικές ή σιωπηλές σε επιστημονικές ή συνειδητές. Θα πρέπει δηλαδή να διατυπωθούν με σαφήνεια α) η μέθοδος και οι παράγοντες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή υποθέσεων και β) τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται οι υποθέσεις. Το μόνο που χρειάζεται για να γίνει αυτό είναι να επαναφέρουμε τις γνώσεις που υπάρχουν από το επίπεδο της εμπειρίας στο επίπεδο της επιστημονικής (συνειδητής) γνώσης. Αρκεί δηλαδή να ξαναθυμηθούμε αυτά που ήδη ξέρουμε. Η γνώση που ζητάμε είναι εύκολο να εντοπιστεί, αφού αφενός είναι γενικευμένη και χρησιμοποιείται σε όλες τις κανονικές επιστήμες και σε όλες τις εποχές και αφετέρου ήταν στο απώτερο παρελθόν συνειδητή και απλά μετατράπηκε σε σιωπηλή μέσα από τη μακροχρόνια και καθημερινή χρήση της, όπως μετατρέπονται σε εμπειρικές όλες οι συνειδητές γνώσεις όταν χρησιμοποιούνται καθημερινά.

Η ανάλυση που θα ακολουθήσει θα δείξει ότι οι πρόγονοί μας, οι οποίοι προσπαθούσαν κι αυτοί να προσεγγίσουν το άγνωστο με την βοήθεια θεωρητικών υποθέσεων, χρησιμοποιούσαν συνειδητά, με την έννοια ότι μπορούσαν να τις διατυπώσουν και να τις διδάξουν, τις γνώσεις που χρησιμοποιούμε σήμερα εμπειρικά. Οι παλαιότεροι απ’ αυτούς, όπως συνηθιζόταν στην εποχή τους, τις δίδασκαν προφορικά, χρησιμοποιώντας απλοϊκές ιστορίες, οι οποίες επέζησαν για χιλιάδες χρόνια με τη μορφή αλληγορικών μύθων, ενώ οι νεότεροι τις διατύπωσαν γραπτά μέσα στα επιστημονικά κείμενα τα οποία αναφέρονται στη λειτουργία του θεωρητικού τομέα και στους παράγοντες που συμμετέχουν σ’ αυτήν και καθορίζουν με την ποιότητά τους την απόδοση του θεωρητικού έργου.

Οι θεωρητικές υποθέσεις χωρίζονται σε δυο βασικές κατηγορίες:

α) στις βασικές, γενικές ή πρωτογενείς και β) στις ειδικές ή δευτερογενείς.

Οι δυο κατηγορίες διαφέρουν τόσο όσο προς τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και το περιεχόμενό τους, όσο και ως προς το ρόλο που διαδραματίζουν στη λειτουργία της επιστήμης.

Ως βασικές ή γενικές ορίζονται οι υποθέσεις που παράγονται για να απεικονίσουν με γενικό τρόπο α) τα βασικά δομικά και λειτουργικά στοιχεία (παράγοντες) απ’ τα οποία απαρτίζεται το αντικείμενο μιας επιστήμης και β) τις δομικές και λειτουργικές ιδιότητες (το ρόλο) που διαδραματίζει το καθένα απ’ αυτά μέσα στο σύνολο. Με τις γενικές υποθέσεις καθορίζονται το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η επιστήμη, τα όρια με τα οποία χωρίζεται από τις άλλες, ομοειδείς και μη, επιστήμες καθώς και οι στόχοι της κάθε επιστήμης. Π.χ. η γενική υπόθεση που χρησιμοποιεί η μοριακή βιολογία για να καθορίσει τα όρια, το πλαίσιο και τους στόχους της, είναι αυτή που υποστηρίζει ότι τα ζωντανά κύτταρα αποτελούνται αποκλειστικά από μόρια ή ότι τα μόρια είναι ο μόνος δομικός και λειτουργικός παράγοντας με τη λειτουργία του οποίου ολοκληρώνονται όλες οι δραστηριότητες των ζωντανών κυττάρων.

Π.χ.2 Η γενική υπόθεση της σύγχρονης φυσικής είναι αυτή που υποστηρίζει ότι η φυσική πραγματικότητα αποτελείται από ύλη και πεδία με τη συνδυασμένη λειτουργία των οποίων ολοκληρώνονται όλα τα φαινόμενα που μελετά η φυσική.

Π.χ.3 Η γενική υπόθεση της ψυχιατρικής είναι αυτή που υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλος είναι το όργανο που εξυπηρετεί όλες τις νοητικές λειτουργίες κ.ο.κ.

Η ανάλυση που θ’ ακολουθήσει θα δείξει ότι η γενική υπόθεση που θα γίνει αποδεκτή απ’ όλους και θα θεωρηθεί σωστή, ακόμη κι αν δεν έχει ελεγχθεί, αναβαθμίζεται στην «βασική αλήθεια» της επιστήμης και γίνεται ο σημαντικότερος παράγοντας που υπάρχει σε μια κανονική επιστήμη, αυτός που καθορίζει με την ποιότητά του, άμεσα ή έμμεσα, την απόδοση όλων των δραστηριοτήτων που εκτελούνται στον χώρο της.

Ως ειδικές ή δευτερογενείς ορίζονται οι θεωρητικές υποθέσεις που παράγονται για ν’ απεικονίσουν α) μικρά τμήματα των φαινομένων που μελετά μια επιστήμη τα οποία δεν καλύπτονται με γνώσεις, καθώς και είτε τη φυσική ταυτότητα μεμονωμένων παραγόντων είτε τους φυσικούς μηχανισμούς με τους οποίους ολοκληρώνονται αυτά τα τμήματα, π.χ. με την βοήθεια των ειδικών υποθέσεων γίνεται προσπάθεια να προσδιοριστούν οι κυτταρικοί παράγοντες και οι φυσικοί μηχανισμοί με τους οποίους προσλαμβάνονται από τα ζωντανά κύτταρα τα ασθενή ηλεκτρομαγνητικά σήματα ή οι φυσικοί παράγοντες με τους οποίους ολοκληρώνεται ο διάλογος ανάμεσα στα ζωντανά κύτταρα και β) το ρόλο που έχουν μέσα στο σύνολο μικρά και εξειδικευμένα τμήματα όπως είναι π.χ. οι λειτουργικές ιδιότητες του DNA, του κυτταροσκελετού, του δυναμικού ηλεκτρικού πεδίου της επιφάνειας της μεμβράνης κ.λ.π..

Οι ειδικές θεωρητικές υποθέσεις παράγονται με τις ίδιες μεθόδους και με τους ίδιους παράγοντες με τους οποίους παράγονται οι ερμηνείες των δεδομένων και αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια. Χρησιμοποιούνται από τον θεωρητικό τομέα σαν υποκατάστατα των δεδομένων για να καλύψουν τα κενά που οφείλονται στην έλλειψη δεδομένων. Στη συνέχεια μεταφέρονται στην έρευνα όπου χρησιμοποιούνται ως ο ανώτατος καθοδηγητικός παράγοντας πάνω στο περιεχόμενο του οποίου προσαρμόζεται ολόκληρο το ερευνητικό πρόγραμμα. Μ’ αυτή την ιδιότητα γίνονται ο εξωγενής παράγοντας που καθορίζει με την βασιμότητα του περιεχομένου του την απόδοση του ερευνητικού έργου. Αν είναι βάσιμες, τότε η έρευνα που θα προσαρμοστεί σ’ αυτές θα καταφέρει αργά ή γρήγορα να τις επιβεβαιώσει και ν’ ανακαλύψει τους παράγοντες ή τους μηχανισμούς που προβλέπονται απ’ αυτές. Αντίθετα, αν είναι αβάσιμες, η έρευνα δεν θα καταφέρει να τις επιβεβαιώσει ούτε ν’ ανακαλύψει τους παράγοντες ή τους μηχανισμούς που προβλέπονται απ’ αυτές. Οι ειδικές θεωρητικές υποθέσεις χωρίζονται ανάλογα με την ποιότητα του περιεχομένου τους σε βάσιμες και σε αβάσιμες.