Γενικές Θεωρητικές Υποθέσεις / Βασική Αλήθεια

Η φυσική πραγματικότητα, όπως έχει αποδειχθεί αρκετές φορές μέχρι σήμερα, είναι πολύ πιο πλούσια σε φυσικούς παράγοντες, σε ιδιότητες και σε κάθε μορφής πληροφορίες (γνώσεις) απ’ ότι είχαμε φανταστεί. Το τεράστιο μέγεθος και ο ασύλληπτα μεγάλος αριθμός των πάσης φύσεως στοιχείων (δεδομένα, παρατηρήσεις, ενδείξεις κ.λ.π.) που αυξάνονται καθημερινά με ιλιγγιώδεις ρυθμούς καθιστούν αναγκαίο τον διαχωρισμό της επιστήμης σε δεκάδες «διαφορετικές» επιστήμης, η κάθε μια από τις οποίες εξειδικεύεται στην μελέτη ενός τμήματος της πραγματικότητας το οποίο ορίζεται ως το αντικείμενό της. Η κάθε επιστήμη προκειμένου να διαχωρίσει το αντικείμενό της από τα αντικείμενα των άλλων επιστημών αναγκάζεται πρώτα να δημιουργήσει μια γενική υπόθεση και ύστερα να την επιβάλλει σε όλους όσους επιθυμούν να την υπηρετήσουν.

Η γενική υπόθεση που θεωρείται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή απ’ όλους, αναγορεύεται στην επικρατούσα επιστημονική άποψη ή σ’ αυτό που θα ονομάσουμε κυρίαρχη βασική αλήθεια της επιστήμης. Με την επικράτησή της γίνεται ο παράγοντας που καθορίζει με το περιεχόμενό του

α) τα βασικά δομικά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται το αντικείμενο της επιστήμης και συνεπώς το πλαίσιο και τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθεί η επιστήμη καθώς και τους στόχους που θα πρέπει να πετύχουν αυτοί που την υπηρετούν

β) το περιεχόμενο της κυρίαρχης επιστημονικής αντίληψης η οποία θα παραχθεί απ’ αυτήν με τον τρόπο που θα δούμε στα κεφάλαια που ακολουθούν και μέσω της επιστημονικής αντίληψης την απόδοση του θεωρητικού τομέα και

γ) την «κανονικότητα» της επιστήμης, δηλαδή τι θεωρείται επιστημονικά κανονικό και αποδεκτό και τι επιστημονικά αντικανονικό και απαράδεκτο.

Μ’ αυτές τις βασικές ιδιότητες γίνεται ο δημιουργός φυσικός ηγέτης και ο θεματοφύλακας της κανονικής επιστήμης στο περιεχόμενο του οποίου προσαρμόζονται όλοι οι άλλοι παράγοντες που δρουν στον χώρο της επιστήμης.

Η επιστήμη με την βοήθεια της κυρίαρχης βασικής αλήθειας, αποκτά την συνοχή, την ομοιογένεια και την συγκρότηση που χρειάζεται για να εκπληρώσει τους στόχους που καθορίζονται από την βασική αλήθεια της. Κάτω από την αυστηρή καθοδήγηση της κυρίαρχης αλήθειας ενοποιούνται οι πολυάριθμες και ανομοιογενείς θεωρητικές και ερευνητικές δραστηριότητες και ομογενοποιείται ως προς τον τρόπο σκέψης και δράσης ένα σύνολο ατόμων (ειδικών) με διαφορετικές ρίζες και καταβολές.

Η επιστήμη που διαθέτει μια κυρίαρχη βασική αλήθεια θεωρείται και είναι κανονική με την έννοια ότι όλοι όσοι την υπηρετούν μιλούν την ίδια γλώσσα. Σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο και προσπαθούν να πετύχουν τους ίδιους ακριβώς στόχους. Αντίθετα η επιστήμη που δεν διαθέτει μια κυρίαρχη βασική άποψη δεν έχει καμιά από τις ιδιότητες της κανονικής. Δεν έχει ούτε συνοχή ούτε ομοιογένεια ούτε σαφείς στόχους. Αυτοί που την υπηρετούν δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Ο καθένας σκέφτεται και δρα με τον δικό του τρόπο προσπαθώντας να πετύχει τους δικούς του στόχους. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην λειτουργία μιας κανονικής και μιας μη κανονικής επιστήμης είναι ισότιμη με την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην συμπεριφορά ενός συγκροτημένου συνόλου με την συμπεριφορά του όχλου.

Όπως θα δούμε αναλυτικά, η απόδοση μιας κανονικής επιστήμης καθορίζεται πάνω απ’ όλα από την πληρότητα και την ποιότητα του περιεχομένου της κυρίαρχης βασικής της αλήθειας.

Η κυρίαρχη βασική αλήθεια σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι έχει σε μια επιστημονική δραστηριότητα το ρόλο που έχουν οι κρατούσες απόψεις (θρησκευτικά δόγματα, κοινωνικά πρότυπα, παραδείγματα, ιδανικά, νοοτροπίες, μοντέλα κ.λ.π.) στις αντίστοιχες δραστηριότητες που εκτελούνται από σύνολα ανθρώπων. Η κυρίαρχη βασική αλήθεια είναι στην επιστήμη το ισοδύναμο του θρησκευτικού δόγματος στην θρησκεία, των κοινωνικών προτύπων, των ιδανικών, των άγραφων και γραπτών νόμων στις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές δραστηριότητες κ.λ.π. Όλες οι δραστηριότητες που εκτελούνται από σύνολα ανθρώπων ελέγχονται και καθοδηγούνται από τις αντίστοιχες κρατούσες (γενικά αποδεκτές) απόψεις. Η γενικευμένη και καθολική παρουσία των κυρίαρχων απόψεων, ανεξάρτητα με τον όρο με τον οποίο περιγράφονται, σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και σε όλες τις εποχές αποκαλύπτει ότι η παρουσία τους αποτελεί μια φυσική αναγκαιότητα.

Επειδή όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, επιστημονικές και μη, βρίσκονται κάτω από τον άμεσο και αυστηρό έλεγχο και καθοδήγηση του ανθρώπινου νου, μπορούμε να πούμε ότι η παρουσία και η δράση των κυρίαρχων απόψεων συνδέεται άμεσα και στενά με τη λειτουργία του ίδιου του ανθρώπινου νου. Ως εκ τούτου ο ρόλος των κυρίαρχων βασικών απόψεων δεν περιορίζεται στη λειτουργία της επιστήμης, η οποία ουσιαστικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια από τις πολυάριθμες ανθρώπινες δραστηριότητες. Επεκτείνεται και στη λειτουργία του ίδιου του νου, όπου είναι πολύ πιο σύνθετος και πολύ πιο σημαντικός. Ο νους, όπως θα δούμε στο ειδικό κεφάλαιο, χρησιμοποιεί τις κυρίαρχες απόψεις από τη μια σαν νοητικά φίλτρα, για να ελέγξει τη ροή των πληροφοριών που φθάνουν σ’ αυτόν από το περιβάλλον και απ’ την άλλη για να ελέγξει, να συντονίσει και να καθοδηγήσει τις αντίστοιχες ανθρώπινες δραστηριότητες.

Παρά την τεράστια σημασία τους, οι κυρίαρχες απόψεις, σε όλες τις μορφές τους, παραμένουν εντελώς άγνωστες, ακόμη και στην περίπτωση της επιστήμης. Η επιστήμη, η οποία υποτίθεται ότι δρα με βάση την γνώση όλων των παραγόντων που συμμετέχουν στο έργο της, δεν γνωρίζει ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι συμμετέχουν στο έργο της. Οι ειδικοί σε όλες τις εποχές και σε όλες τις κανονικές επιστήμες, για κάποιους λόγους που θ’ αναλυθούν, δεν δείχνουν το ενδιαφέρον που αναλογεί στον παράγοντα, ο οποίος έχει την δύναμη όχι απλά να επηρεάσει, αλλά να καθορίσει την απόδοση των ίδιων και της επιστήμης τους. Η συμπεριφορά αυτή μοιάζει ανεξήγητη, αφύσικη και αδόκιμη, με την έννοια ότι δεν επιτρέπει την βελτίωση του περιεχομένου της κυρίαρχης βασικής αλήθειας, μέσα από την οποία θα επιτευχθεί αυτόματα και νομοτελειακά η βελτίωση της απόδοσης της επιστήμης.

Για να ανατραπεί αυτή η συμπεριφορά θα πρέπει να διατυπωθούν όλα όσα αφορούν το ζήτημα των κυρίαρχων βασικών αληθειών. Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα διατυπωθούν συνοπτικά τα βασικά στοιχεία που αφορούν

  1. το ρόλο που διαδραματίζουν στη λειτουργία της επιστήμης και στη λειτουργία του νου.

  2. τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και γίνονται αποδεκτές

  3. το λόγο για τον οποίο παραμένουν άγνωστες

  4. τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις γνωρίσουμε και

  5. τις μεθόδους με τις οποίες μπορούμε να τις ελέγξουμε δομικά και λειτουργικά και να τις βελτιώσουμε.