Ειδικές Θεωρητικές Υποθέσεις

Οι ειδικές θεωρητικές υποθέσεις είναι ένα από τα βασικά νοητικά προϊόντα που παράγονται από τον θεωρητικό τομέα για ν’ απεικονίσουν μικρά τμήματα της φυσικής πραγματικότητας όπως είναι η φυσική ταυτότητα και ο ρόλος που διαδραματίζουν μεμονωμένοι φυσικοί παράγοντες στη λειτουργία του αντικειμένου μιας επιστήμης. Π.χ. στη μοριακή βιολογία με τις ειδικές θεωρητικές υποθέσεις γίνεται προσπάθεια να προσεγγιστεί ο ρόλος που έχουν στη λειτουργία των κυττάρων μεμονωμένοι κυτταρικοί παράγοντες όπως το DNA, το ηλεκτρικό πεδίο της επιφάνειας της μεμβράνης, ο κυτταροσκελετός, οι διαμεμβρανικές πρωτεΐνες κ.λ.π. ή η φυσική ταυτότητα μεμονωμένων κυτταρικών παραγόντων με τη λειτουργία των οποίων ολοκληρώνονται συγκεκριμένες δραστηριότητες των ζωντανών κυττάρων, όπως είναι η πρόσληψη ενός ασθενούς ηλεκτρομαγνητικού σήματος, η μεταφορά της ενεργοποίησης από την εξωτερική επιφάνεια της κυτταρικής μεμβράνης στο εσωτερικό του κυττάρου, ο κυτταρικός διάλογος κ.λ.π.

Σε μια άλλη εκδοχή, οι ειδικές υποθέσεις είναι οι πιθανές απαντήσεις στα ερωτήματα που τίθενται από τη μελέτη του αντικειμένου της επιστήμης. Π.χ. πώς προσανατολίζονται τα κύτταρα μέσα στο ηλεκτρικό πεδίο;

Ποιοι είναι οι κυτταρικοί παράγοντες και οι φυσικοί μηχανισμοί με τους οποίους τα ζωντανά κύτταρα προγραμματίζουν, ρυθμίζουν την ανάπτυξή τους, επιλέγουν την ανταπόκριση που θα εκδηλώσουν σ’ ένα μήνυμα του περιβάλλοντος κ.λ.π.;

Λειτουργικά είναι η μήτρα από την οποία παράγονται οι νέες γνώσεις της επιστήμης. Αν είναι βάσιμες, αργά ή γρήγορα θα επιβεβαιωθούν και θα μετατραπούν σε έγκυρες επιστημονικές γνώσεις. Ως εκ τούτου, ο ρόλος τους είναι καθοριστικός στην απόδοση της επιστήμης. Οι ειδικές θεωρητικές υποθέσεις είναι ο οδηγός που οδηγεί την επιστήμη στο άγνωστο. Αν είναι βάσιμες, η επιστήμη θα καταφέρει να βρει αυτά που ζητά και να ολοκληρώσει το έργο της. Αντίθετα, αν είναι αβάσιμες, η επιστήμη θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο και στην αδυναμία να ολοκληρώσει το έργο της. Γενικά, από την ποιότητα (βασιμότητα) των ειδικών υποθέσεων, εξαρτάται η απόδοση τόσο του θεωρητικού όσο και του ερευνητικού τομέα.

Ο ρόλος τους στην λειτουργία και την απόδοση της κανονικής επιστήμης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όλες οι επιστήμες, στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν το άγνωστο και να λύσουν τα προβλήματα που τις απασχολούν, παράγουν συνεχώς μεγάλες ποσότητες ειδικών θεωρητικών υποθέσεων. Όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές στο παρελθόν, η παραγωγή βάσιμων υποθέσεων οδηγεί στην αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης. Παρόλα αυτά, το ποσοστό των βάσιμων υποθέσεων είναι πολύ μικρό σε σχέση με τον τεράστιο αριθμό υποθέσεων που παράγονται. Από τη μια η επιστήμη ξέρει να παράγει υποθέσεις, αλλά από την άλλη δεν έχουν διατυπωθεί ποτέ οι γνώσεις που αφορούν α) την παραγωγή και β) την αξιολόγηση των υποθέσεων. Από τη μια μεριά η δυνατότητα της επιστήμης να παράγει θεωρητικές υποθέσεις και να τις αξιολογεί και από την άλλη η αδυναμία της να διατυπώσει με σαφήνεια τις γνώσεις που χρησιμοποιεί για να παράγει και ν’ αξιολογήσει υποθέσεις, αποκαλύπτουν ότι οι γνώσεις αυτές είναι εμπειρικές ή σιωπηλές και γι’ αυτό δεν έχουν την αποτελεσματικότητα που έχουν οι επιστημονικές ή συνειδητές γνώσεις. Για να γίνουν επιστημονικές και να χρησιμοποιηθούν συστηματικά, το μόνο που χρειάζεται είναι να διατυπωθούν.

Στο κεφάλαιο που ακολουθούν θα διατυπωθούν

α) τα «μέσα» και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ειδικών υποθέσεων

β) τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται οι υποθέσεις και

γ) ο ρόλος που διαδραματίζουν στον θεωρητικό και τον ερευνητικό τομέα και γενικότερα σ’ ολόκληρη την επιστήμη.