Ρόλος

Ο ρόλος των ειδικών υποθέσεων είναι πολυδιάστατος και καλύπτει τη λειτουργία και την απόδοση τόσο του θεωρητικού όσο και του ερευνητικού τομέα. Επιπλέον, λόγω της στενής και αμφίδρομης σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στις ειδικές υποθέσεις και την κυρίαρχη βασική αλήθεια και την κυρίαρχη επιστημονική αντίληψη, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν στη βελτίωση τόσο της κυρίαρχης βασικής αλήθειας, όσο και της κυρίαρχης επιστημονικής αντίληψης.

 

Α. θεωρητικός τομέας.

Οι ειδικές υποθέσεις είναι τα ενδιάμεσα θεωρητικά προϊόντα, τα οποία παράγονται για να καλύψουν την έλλειψη δεδομένων και γνώσεων. Στην διαδικασία ανασύστασης ενός θεωρητικού συνόλου που περιγράφεται, οι ειδικές υποθέσεις παράγονται όταν ολοκληρωθεί η φάση της αξιοποίησης των δεδομένων, οπότε αποκαλύπτονται τα κενά που υπάρχουν στο θεωρητικό σύνολο λόγω της έλλειψης δεδομένων. Ως εκ τούτου, οι ειδικές υποθέσεις από δομική άποψη χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατα των δεδομένων. Στο θεωρητικό σύνολο που σχηματίζεται από δεδομένα και ειδικές υποθέσεις, τα δεδομένα αντιπροσωπεύουν το γνωστό και οι ειδικές υποθέσεις το άγνωστο.

Η ποιότητα του θεωρητικού συνόλου καθορίζεται από τη σωστή αξιοποίηση των δεδομένων και από την ποιότητα (βασιμότητα) των ειδικών υποθέσεων. Αν ο θεωρητικός τομέας καταφέρει αφ’ ενός ν’ αξιοποιήσει σωστά όλα τα δεδομένα που υπάρχουν και αφ’ ετέρου να καλύψει τα κενά που θα παρουσιαστούν με βάσιμες ειδικές υποθέσεις, τότε θα έχει ολοκληρώσει με επιτυχία το έργο του, με την έννοια ότι θα έχει ερμηνεύσει σωστά τα φαινόμενα που απασχολούν την επιστήμη.

 

Β. ερευνητικός τομέας

Ο ρόλος που διαδραματίζουν οι ειδικές θεωρητικές υποθέσεις στη λειτουργία και την απόδοση του ερευνητικού τομέα είναι καθοριστικός. Οι ειδικές υποθέσεις είναι ο εξωγενής παράγοντας, ο οποίος έχει τη δύναμη να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά την απόδοση του ερευνητικού τομέα. Με τη μεταφορά τους από τον θεωρητικό στον ερευνητικό τομέα αναγορεύονται στον ανώτατο καθοδηγητικό παράγοντα στο περιεχόμενο του οποίου προσαρμόζονται όλα τα στοιχεία του ερευνητικού προγράμματος. Είναι ο παράγοντας που καθορίζει σε κάθε περίπτωση το είδος των συσκευών και των μεθόδων που θα χρησιμοποιηθούν και τους στόχους που καλείται να πετύχει η έρευνα. Συνεπώς είναι ο εξωγενής παράγοντας που καθορίζει με την ποιότητα του περιεχομένου του την απόδοση του ερευνητικού τομέα.

Αν είναι βάσιμες, δηλαδή αν όσα προβλέπονται απ’ αυτές είναι σωστά και αν η έρευνα έχει τις ενδογενείς δυνατότητες (μέσα, μεθόδους κ.λ.π.) που απαιτούνται για να τις ελέγξει, τότε είναι βέβαιο ότι η έρευνα θα καταφέρει να ολοκληρώσει το έργο της με επιτυχία. Με την καθοδήγηση των βάσιμων υποθέσεων θα μπορέσει ν’ ανακαλύψει τους φυσικούς παράγοντες και τους φυσικούς μηχανισμούς με τους οποίους ολοκληρώνονται τα τμήματα των φαινομένων που δεν καλύπτονται από γνώσεις. Αντίθετα, αν οι ειδικές υποθέσεις είναι αβάσιμες, τότε η έρευνα που καθοδηγείται απ’ αυτές οδηγείται σε αδιέξοδο. Δεν θα καταφέρει ποτέ να ολοκληρώσει το έργο της, με την έννοια ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να επιβεβαιώσει όσα προβλέπονται απ’ αυτές. Η αδυναμία της έρευνας σ’ αυτή την περίπτωση είναι δευτερογενής ή εξωγενής. Δεν οφείλεται σε κάποιο ενδογενές μειονέκτημά της (έλλειψη μεθόδων, «μέσων» κ.λ.π.) και γι’ αυτό δεν ξεπερνιέται, όσο κι αν βελτιωθούν οι ενδογενείς δυνατότητές της. Π.χ. η έρευνα δεν θα καταφέρει ποτέ να ανακαλύψει τους μηχανισμούς με τους οποίους πετάει ο γάιδαρος, όσο κι αν τελειοποιηθεί. Με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους, δεν θα καταφέρει, ότι και να κάνει, όσο κι αν εξελιχθεί, ν’ ανακαλύψει τα μόρια που προγραμματίζουν, ρυθμίζουν την ανάπτυξή τους, επιλέγουν την συμπεριφορά των ζωντανών οργανισμών κ.λ.π..

Η έρευνα είναι μια σύνθετη, εξειδικευμένη δραστηριότητα, με την οποία ελέγχεται η βασιμότητα όλων των νοητικών (θεωρητικών) προϊόντων (υποθέσεων, ερμηνειών κ.λ.π.). Είναι το «όργανο» που χρησιμοποιεί ο θεωρητικός τομέας για να ελέγξει την ποιότητα των προϊόντων του.

Οι ειδικές υποθέσεις που α) είναι βάσιμες και β) επιβεβαιώνονται από την έρευνα μετατρέπονται σε έγκυρες επιστημονικές γνώσεις. Ως εκ τούτου, οι βάσιμες ειδικές υποθέσεις είναι η μήτρα από την οποία γεννιούνται οι νέες γνώσεις της επιστήμης. Όλες οι γνώσεις που έχουμε σήμερα ήταν, όταν παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά, αβέβαιες απόψεις ή ειδικές θεωρητικές υποθέσεις, οι οποίες ήταν βάσιμες και γι’ αυτό επιβεβαιώθηκαν από την έρευνα. Η έρευνα, σύμφωνα μ’ αυτά που διατυπώθηκαν μέχρι τώρα και αντίθετα με ότι πιστεύεται, δεν είναι ο τομέας από τον οποίο παράγονται οι γνώσεις της επιστήμης. Δεν μπορεί, ότι και να κάνει, να μετατρέψει σε γνώση μια αβάσιμη άποψη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πραγματικός παραγωγός νέων γνώσεων είναι ο θεωρητικός τομέας. Ο θεωρητικός τομέας μιας επιστήμης είναι αυτός που έχει την αποκλειστική ευθύνη για την παραγωγή ειδικών υποθέσεων, οπότε είναι ο μοναδικός υπεύθυνος για την επιτυχία ή την αποτυχία στην παραγωγή νέων γνώσεων.

 

Γ. βελτίωση κυρίαρχης άποψης.

Οι ειδικές υποθέσεις, σύμφωνα μ’ αυτά που έχουμε πει, μας δίνουν τη δυνατότητα να εντοπίσουμε στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας (φυσικούς παράγοντες και τις λειτουργικές ιδιότητές τους) που ήταν άγνωστα. Έτσι, αν καταφέρουμε να εντοπίσουμε, με τη βοήθεια μιας βάσιμης θεωρητικής υπόθεσης, την φυσική ταυτότητα ενός άγνωστου φυσικού παράγοντα ή το ρόλο που διαδραματίζει ένας γνωστός φυσικός παράγοντας, αποκτάμε αυτόματα τη δυνατότητα να προσθέσουμε αυτά που ανακαλύψαμε σ’ αυτά που ήδη γνωρίζουμε για την φυσική πραγματικότητα και ν’ αυξήσουμε την πληρότητα της γενικής άποψης (βασική αλήθεια) που έχουμε για την πραγματικότητα. Π.χ. η γενική υπόθεση για την δομή της φυσικής πραγματικότητας βελτιώθηκε όταν οι ειδικοί συνέλαβαν, με την βοήθεια ειδικών θεωρητικών υποθέσεων, την παρουσία και το ρόλο που διαδραματίζουν στη λειτουργία της φυσικής πραγματικότητας τα πεδία διαφόρων τύπων (βαρυτικά, ηλεκτρικά, ηλεκτρομαγνητικά, μαγνητικά, πυρηνικά κ.λ.π.).

Αν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μια βάσιμη ειδική υπόθεση στην οποία απεικονίζεται η φυσική ταυτότητα ή και οι λειτουργικές ιδιότητες ενός φυσικού παράγοντα, ο οποίος υπάρχει στα ζωντανά κύτταρα αλλά δεν περιέχεται στην γενική άποψη για τα κύτταρα (μοριακή βασική αλήθεια) τότε αποκτάμε την δυνατότητα να εντάξουμε αυτόν τον «νέο» παράγοντα στο σύνολο και να βελτιώσουμε την πληρότητα της μοριακής βασικής αλήθειας, δηλαδή να δημιουργήσουμε μια νέα, πληρέστερη βασική αλήθεια για τα ζωντανά κύτταρα. Π.χ. αν υποθέσουμε, όπως έχουμε δικαίωμα να κάνουμε, ότι α) τα ενδογενή κυτταρικά πεδία είναι βιολογικά δραστικοί παράγοντες που συμμετέχουν στη λειτουργία των ζωντανών κυττάρων και β) το καθένα από τα ζωντανά κύτταρα διαθέτει ένα νοητικό όργανο, το οποίο εξυπηρετεί τις νοητικές λειτουργίες και αν οι υποθέσεις μας αποδειχθούν βάσιμες, τότε αποκτάμε την δυνατότητα να εντάξουμε τα πεδία και το νοητικό όργανο στο σύνολο και να δημιουργήσουμε μια νέα βασική αλήθεια για τα ζωντανά κύτταρα, η οποία είναι πληρέστερη από τη μοριακή.

Συνοψίζοντας, οι βάσιμες ειδικές υποθέσεις μας δίνουν τη δυνατότητα

α) να καλύψουμε την έλλειψη δεδομένων και γνώσεων

β) να καθοδηγήσουμε σωστά τον ερευνητικό τομέα

γ) να απαντήσουμε στα ερωτήματα της επιστήμης και να δημιουργήσουμε τις νέες γνώσεις της επιστήμης και

δ) να δημιουργήσουμε μια νέα, πληρέστερη και αποτελεσματικότερη βασική αλήθεια.

Για να μπορέσουμε να παράγουμε συστηματικά βάσιμες υποθέσεις, είναι απαραίτητο να ξέρουμε α) πώς παράγονται οι ειδικές υποθέσεις, β) ποιός είναι ο ρόλος των εναλλακτικών υποθέσεων και γ) πώς αξιολογούνται οι ειδικές υποθέσεις.