Εναλλακτικές Υποθέσεις

Η επιστήμη είναι εξ ορισμού η βασική δραστηριότητα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να προσεγγίσει το άγνωστο. Από τη φύση του έργου της είναι υποχρεωμένη, πριν αποφανθεί, να ελέγξει όλες τις πιθανές εκδοχές μέχρι ν’ ανακαλύψει αυτήν που είναι βάσιμη, γιατί αν δεν το κάνει είναι αυθαίρετη και δογματική. Για να μπορέσει να ελέγξει όλες τις πιθανές εκδοχές είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να δημιουργήσει όλες τις εναλλακτικές υποθέσεις που θα είναι δυνατόν να παραχθούν.

Η δυνατότητα παραγωγής εναλλακτικών υποθέσεων αποτελεί σαφή ένδειξη εύρυθμης λειτουργίας του θεωρητικού τομέα. Η αδυναμία παραγωγής εναλλακτικών υποθέσεων από την άλλη, αποδεικνύει ότι ο θεωρητικός τομέας είναι στείρος, αντιπαραγωγικός και δογματικός. Δεν έχει τίποτα απ’ αυτά που του χρειάζονται για να ολοκληρώσει το έργο του ούτε καν επίγνωση του ρόλου του. Η αδυναμία αυτή, η οποία αποτελεί μια βασική εκτροπή, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην παρουσία μιας ανεπαρκούς και ασύμβατης κυρίαρχης άποψης. Η κυρίαρχη ανεπαρκής άποψη εγκλωβίζει τη σκέψη των ειδικών στο περιεχόμενό της. Δεν τους αφήνει να δουν τους παράγοντες που δεν περιέχονται σ’ αυτήν και να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις που υπάρχουν και που αναφέρονται σ’ αυτούς τους παράγοντες για να δομήσουν εναλλακτικές υποθέσεις. Π.χ. στο καθεστώς της ανεπαρκούς και ασύμβατης κυρίαρχης μοριακής άποψης δεν έχουν διατυπωθεί εναλλακτικές υποθέσεις που να αναφέρονται στο ρόλο που διαδραματίζουν τα ενδογενή κυτταρικά πεδία και το νοητικό όργανο, όπως δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ οι γνώσεις που υπάρχουν σε όλες τις επιστήμες, οι οποίες αναφέρονται στις φυσικές και λειτουργικές ιδιότητες αυτών των παραγόντων.