Παραγωγή Εναλλακτικών Υποθέσεων

Για να εντοπίσουμε τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατόν να παραχθούν εναλλακτικές υποθέσεις, θα πρέπει να βασιστούμε σ’ αυτά που διατυπώθηκαν σχετικά με τις μεθόδους και τους παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ειδικών υποθέσεων.

Οι μέθοδοι που προτείνονται εδώ είναι οι εξής:

1.Αλλαγή της βασικής αλήθειας και της κυρίαρχης επιστημονικής αντίληψης.

Η κάθε βασική αλήθεια και η κάθε κυρίαρχη επιστημονική άποψη, όπως έχουμε πει, είναι ικανή να παράγει μόνο τις δικές της θεωρητικές υποθέσεις και ανίκανη να παράγει οποιαδήποτε εναλλακτική υπόθεση. Έτσι, αν θέλουμε να παράγουμε εναλλακτικές υποθέσεις, θα πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσουμε εναλλακτικές γενικές υποθέσεις και επιστημονικές αντιλήψεις.

2.Αύξηση πληρότητας βασικής αλήθειας.

Όταν η βασική αλήθεια είναι ανεπαρκής, τότε όλες οι υποθέσεις που θα παραχθούν απ’ αυτήν θα προσπαθούν να αποδώσουν όλα τα φαινόμενα που μας απασχολούν στους παράγοντες που περιέχονται σ’ αυτήν, ενώ δεν θα προσπαθήσουν ποτέ ν’ αποδώσουν ένα φαινόμενο σε κάποιον από τους παράγοντες που δεν περιέχονται σ’ αυτήν. Π.χ. οι μοριακές υποθέσεις προσπαθούν ν’ αποδώσουν στα μόρια όλα τα φαινόμενα που καταγράφονται από τη μελέτη των ζωντανών κυττάρων και τελικά όλες τις ιδιότητες των ζωντανών οργανισμών. Αν αυξηθεί η πληρότητα της μοριακής βασικής αλήθειας με την προσθήκη των κυτταρικών πεδίων και του νοητικού οργάνου, τότε οι ειδικοί θα μπορέσουν με την βοήθεια της νέας πληρέστερης βασικής αλήθειας να δημιουργήσουν εναλλακτικές ειδικές υποθέσεις με τις οποίες θα προσπαθούν να αποδώσουν κάποιες από τις δραστηριότητες των ζωντανών κυττάρων ή κάποια από τα φαινόμενα που καταγράφονται από τη μελέτη των κυτταρικών δραστηριοτήτων είτε σε κάποιο από τα κυτταρικά πεδία είτε στο νοητικό όργανο.

Με τη νέα, πληρέστερη γενική υπόθεση, ορισμένα από τα ομοειδή φαινόμενα κυτταρικού διαλόγου είναι δυνατόν ν’ αποδοθούν στην ανταλλαγή μοριακών παραγόντων, ορισμένα άλλα στην ανταλλαγή ηλεκτρικών ή ηλεκτρομαγνητικών σημάτων και ορισμένα άλλα στην απευθείας επίδραση ανάμεσα στα νοητικά όργανα των κυττάρων που συνδιαλέγονται. Επιπλέον, ο προγραμματισμός, δηλαδή ο προσανατολισμός στον χρόνο, ο προσανατολισμός στο χώρο, η ρύθμιση της ανάπτυξης, η επιλογή της ανταπόκρισης, η διατήρηση της μορφής και του σχήματος των κυττάρων κ.λ.π., είναι δυνατόν ν’ αποδοθούν στη λειτουργία του νοητικού οργάνου, αντί ν’ αποδίδονται σε κάποια υπερφυσικά μόρια ή στην γενετική νομοτέλεια και την απροσδιοριστία των βιολογικών συστημάτων.

 

3.Μεταφορά γνώσης.

Το περιεχόμενο των ειδικών υποθέσεων που θα παράγουμε καθορίζεται από τις γνώσεις που θα χρησιμοποιήσουμε. Αν χρησιμοποιήσουμε διαφορετικές γνώσεις θα δημιουργήσουμε διαφορετικές (εναλλακτικές) υποθέσεις. Π.χ. αν χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις που διαθέτουμε για τους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούν οι ζωντανοί οργανισμοί μεταξύ τους [οπτικά (ηλεκτρομαγνητικά), ηχητικά (υποηχητικά ή υπέρηχοι), ανταλλαγή υλικών μηνυμάτων κ.λ.π.], μπορούμε να φτιάξουμε υποθέσεις για τους τρόπους τους οποίους χρησιμοποιούν τα κύτταρα για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

Η δυνατότητα παραγωγής εναλλακτικών υποθέσεων, ανεξάρτητα με τον τρόπο ή με τον παράγοντα με τον οποίο επιτυγχάνεται, είναι υψίστης σημασίας για την απόδοση της επιστήμης. Για να συλλάβουμε την σοβαρότητα του ζητήματος, αρκεί να σκεφθούμε ότι όλες σχεδόν οι γνώσεις που έχουμε σήμερα, ήταν , την εποχή που διατυπώθηκαν για πρώτη φορά, εναλλακτικές ειδικές υποθέσεις, οι οποίες θεωρήθηκαν αιρετικές, παράλογες και λανθασμένες γιατί συγκρούονταν με τις αντίστοιχες υποθέσεις που κυριαρχούσαν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Κι όμως, οι υποθέσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν και έγιναν έγκυρες γνώσεις, ενώ αυτές που κυριαρχούσαν περιθωριοποιήθηκαν και ξεχάστηκαν. Τα παραδείγματα του παρελθόντος αποκαλύπτουν ότι ο θεωρητικός τομέας οφείλει αφ’ ενός να παράγει εναλλακτικές υποθέσεις, με τις οποίες θα μπορεί να ελέγχει όλες τις πιθανές εκδοχές της πραγματικότητας, και αφ’ ετέρου να αναπτύξει τα κριτήρια που είναι αναγκαία για να ελέγχει αντικειμενικά και αμερόληπτα όλες τις εναλλακτικές υποθέσεις που είναι δυνατόν να διατυπωθούν ώστε να βρει ανάμεσά τους αυτή που είναι βάσιμη.