Περι Τροποποίησης των Δεδομένων

Όταν η κυρίαρχη άποψη είναι ανεπαρκής και ασύμβατη με το αντικείμενό της, τότε τα δεδομένα που από τη μια είναι αδύνατον ν’ αξιοποιηθούν με την μορφή που έχουν όταν παράγονται γιατί είναι ασύμβατα και ακατανόητα στην κυρίαρχη λογική και από την άλλη είναι πολύ εμφανή για να αντιμετωπιστούν σαν να είναι αόρατα ή αναξιόπιστα, τροποποιούνται με την έννοια ότι αναπροσαρμόζονται προκειμένου να πάρουν μια νέα μορφή με την οποία θα είναι συμβατά και κατανοητά στην κυρίαρχη λογική. Τα δεδομένα που τροποποιούνται είναι αυτά που παράγονται από τη δράση τόσο των παραγόντων που περιέχονται στην ανεπαρκή άποψη όσο και των παραγόντων που δεν περιέχονται σ’ αυτήν. Τα πρώτα αναπροσαρμόζονται «προς τα πάνω» και τα δεύτερα αναπροσαρμόζονται «προς τα κάτω».

Οι μέθοδοι με τις οποίες επιχειρούνται η αναπροσαρμογή προς τα πάνω και η αναπροσαρμογή προς τα κάτω είναι:

  1. Η στατιστική ανάλυση και η εξαγωγή του στατιστικού μέσου όρου.

  2. Η ερμηνεία των δεδομένων.

  3. Οι νοητικοί ελιγμοί και

  4. Η αλλοίωση του νοηματικού περιεχομένου των όρων.

 

Στο κεφάλαιο όπου αναλύθηκε η συγκέντρωση των δεδομένων είδαμε ότι η συμπεριφορά που εκδηλώνουν τα όμοια κύτταρα που δέχονται την επίδραση του ηλεκτρικού πεδίου είναι εξατομικευμένη. Το καθένα απ’ αυτά επιλέγει την κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί, οπότε το καθένα προσανατολίζεται στο χώρο και καθορίζει την ταχύτητα και το χρονικό διάστημα για το οποίο θα κινηθεί, οπότε προσανατολίζεται στο χρόνο. Η δυνατότητα των κυττάρων να προσανατολίζονται στον χώρο και στον χρόνο, να καθορίζουν το σημείο στο οποίο θα φθάσουν και ν’ αγνοούν το ερέθισμα αποκαλύπτει ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν νοητικές λειτουργίες και ότι τις χρησιμοποιούν. Η μοριακή άποψη όμως δεν δέχεται ότι τα κύτταρα έχουν νοητικές λειτουργίες. Ως εκ τούτου τα δεδομένα, με την φυσική μορφή που έχουν όταν παράγονται, συγκρούονται με την κυρίαρχη άποψη. Αν παραμείνουν ως έχουν θα πρέπει ν’ απορριφθεί η κυρίαρχη άποψη. Επιπλέον, με την φυσική τους μορφή είναι ακατανόητα στη μοριακή λογική και ασύμβατα στο μοριακό μοντέλο, οπότε είναι αδύνατον ν’ αξιοποιηθούν. Από την άλλη μεριά όμως, είναι τόσο σημαντικά ώστε είναι αδύνατον ν’ απορριφθούν. Η παρουσία τους συνιστά ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο επιλύεται με την αναπροσαρμογή των δεδομένων.

Η μέθοδος που εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η στατιστική ανάλυση. Βγάζοντας τον στατιστικό μέσο όρο όλα τα όμοια κύτταρα κινούνται προς την ίδια μέση κατεύθυνση, με την ίδια μέση ταχύτητα και για τον ίδιο μέσο χρόνο και διανύουν την ίδια μέση απόσταση. Με μια πολύ απλή κίνηση, εξαφανίζονται όλα τα στοιχεία που αποκαλύπτουν την εξατομικευμένη συμπεριφορά των κυττάρων. Η συμπεριφορά των κυττάρων γίνεται ομοιογενής και τυποποιημένη. Μ’ αυτήν τη νέα μορφή η συμπεριφορά τους είναι συμβατή μ’ αυτήν που αναμενόταν από τη μοριακή άποψη. Τα δεδομένα με τη νέα τους μορφή είναι κατανοητά και «αξιοποιήσιμα». Με τη στατιστική ανάλυση εξαφανίζεται η εξατομικευμένη συμπεριφορά και μαζί της εξαφανίζονται οι νοητικές λειτουργίες, οι οποίες αποτελούν το σήμα κατατεθέν της ζωής. Με τη συνδρομή της στατιστικής ανάλυσης «επιτυγχάνεται» η αναπροσαρμογή των δεδομένων «προς τα κάτω»: το επίπεδο της ζωής κατεβαίνει και πλησιάζει προς το επίπεδο της άψυχης ύλης.

 

Ερμηνεία δεδομένων

Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι η κυρίαρχη επιστημονική άποψη χρησιμοποιείται σαν ερμηνευτικό σύστημα και σαν κριτήριο αξιολόγησης των ερμηνειών. Η διπλή ιδιότητα προσφέρει στην κυρίαρχη άποψη τη μοναδική ευκαιρία να προσαρμόσει τα στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας (δεδομένα) στα μέτρα της. Όταν είναι ανεπαρκής και ασύμβατη με το αντικείμενό της εκμεταλλεύεται στο έπακρο τον διπλό ρόλο της. Πρώτα ερμηνεύει τα δεδομένα με τον δικό της τρόπο και ύστερα τα αντικαθιστά με τις ερμηνείες που είναι συμβατές μ’ αυτήν. Με την βοήθεια των ερμηνειών της έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει το μέρος που περιέχεται σ’ αυτήν (αναπροσαρμογή προς τα πάνω) με τις ιδιότητες του συνόλου και απ’ την άλλη να εξαφανίσει τα στοιχεία που αποκαλύπτουν την δράση των παραγόντων που δεν περιέχονται σ’ αυτήν (αναπροσαρμογή προς τα κάτω). Π.χ. εάν κοιτάξουμε όλες τις ερμηνείες που παράγονται στη μοριακή βιολογία θα διαπιστώσουμε ότι όλα τα δεδομένα που συγκεντρώνονται από την έρευνα, χωρίς καμιά εξαίρεση, αποδίδονται στη λειτουργία «κάποιων» μοριακών παραγόντων. Απ’ την άλλη, κανένα από τα δεδομένα δεν αποδίδεται σε παράγοντες, η παρουσία των οποίων δεν προβλέπεται στην κυρίαρχη μοριακή άποψη.

Τα μόρια στις μοριακές ερμηνείες εμφανίζονται να έχουν τις ιδιότητες που έχουν μόνο οι ζωντανοί οργανισμοί. Γίνονται ικανά να ρυθμίζουν, να προγραμματίζουν, να αυτενεργούν, να επιλέγουν, να θυμούνται κ.λ.π.. Ο εμπλουτισμός των μορίων με ιδιότητες και ικανότητες φτάνει στην πιο ακραία μορφή του στην περίπτωση του μορίου του DNA, το οποίο αποκαλείται «ζωντανό μόριο», «νήμα της ζωής» κ.λ.π και το οποίο έχει στην κατοχή του, σύμφωνα με τις ερμηνείες, όλες τις γνώσεις που χρειάζονται για να δομηθεί ένας ζωντανός οργανισμός και την δυνατότητα να τις χρησιμοποιεί για να τον κατασκευάσει. Απ’ την άλλη μεριά, τα ενδογενή κυτταρικά πεδία (ηλεκτρικά, μαγνητικά, ηλεκτρομαγνητικά κ.λ.π.) και το νοητικό όργανο με τις νοητικές λειτουργίες του δεν εμφανίζονται στις ερμηνείες που παράγονται από τη μοριακή άποψη. Οι δυο παράγοντες που αποτελούν το σήμα κατατεθέν της ζωής δε συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τις μοριακές ερμηνείες, στη λειτουργία των ζωντανών οργανισμών. Η εικόνα που προκύπτει στο τέλος της ερμηνευτικής διαδικασίας από τις μοριακές ερμηνείες των δεδομένων ταυτίζεται πλήρως με την εικόνα που προκύπτει από τη μοριακή αντίληψη: τα μόρια είναι ο μόνος δραστικό βιολογικός παράγοντας και ο μόνος που χρειάζονται τα κύτταρα για να εκτελέσουν όλες τις λειτουργίες που εκτελούν ως ζωντανοί οργανισμοί.

Όπως φαίνεται από το παράδειγμα της μοριακής βιολογίας, η ερμηνεία των δεδομένων είναι η βασική μέθοδος που χρησιμοποιεί η κυρίαρχη άποψη όταν είναι ανεπαρκής για να προσαρμόσει όλα τα στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας στα μέτρα της. Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου προσαρμογής είναι α) ότι είναι εύχρηστη, β) ότι χρησιμοποιείται απ’ όλους αυτόματα, οπότε περνάει απαρατήρητη και γ) ότι όλοι αποδέχονται τα αποτελέσματά της, γιατί χρησιμοποιούν την κυρίαρχη άποψη για να ερμηνεύσουν τα δεδομένα τους, οπότε παράγουν τα ίδια αποτελέσματα. Τα μειονεκτήματα της μεθόδου είναι:

α) η ασυμβατότητα των ερμηνειών με τις έγκυρες γνώσεις, η οποία οφείλεται στον αυθαίρετο εμπλουτισμό του μέρους με ιδιότητες και ικανότητες που δεν έχει και που δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ και από καμιά επιστήμη. Π.χ. καμιά από τις επιστήμες που μελετούν τα μόρια δεν έχει βρει ποτέ μόρια ή ομάδες μορίων οποιασδήποτε μορφής και σύνθεσης που να προγραμματίζουν, να ρυθμίζουν, να επιλέγουν, να προσανατολίζονται στο χώρο και γενικά να έχουν οποιαδήποτε νοητική λειτουργία,

β) η αδυναμία κατανόησης των φαινομένων,

γ) η αδυναμία επιβεβαίωσης των αυθαίρετων ερμηνειών από την έρευνα και

δ) η δημιουργία ad hoc υποστηρικτικών υποθέσεων, η χρήση νοητικών ελιγμών, νοητικών αλμάτων, η αλλοίωση του νοηματικού περιεχομένου των όρων κ.λ.π που επιστρατεύονται για να υποστηρίξουν τις αυθαίρετες και αβάσιμες ερμηνείες που παράγονται από την ανεπαρκή κυρίαρχη άποψη.

 

Νοητικοί ελιγμοί

Σ’ αυτό το σημείο η προσπάθεια προσαρμογής των στοιχείων της φυσικής πραγματικότητας στην κυρίαρχη άποψη φτάνει στο απόγειό της. Οι ειδικοί, στην προσπάθειά τους να εμφανίσουν σαν αξιόπιστες τις αβάσιμες ερμηνείες που παράγονται από την ανεπαρκή κυρίαρχη άποψη, επιστρατεύουν όλες τις νοητικές ικανότητες που έχουν. Αν μελετήσουμε προσεκτικά τις αναλύσεις που αφορούν τα ζητήματα της μοριακής βιολογίας, θα διαπιστώσουμε ότι είναι γεμάτες με όλων των ειδών τους νοητικούς ελιγμούς. Οι αναλύσεις είναι γεμάτες με α) προτάσεις οι οποίες είναι εντελώς ασαφείς και γενικόλογες. Όλα οφείλονται στη λειτουργία «κάποιων» (άγνωστων) μορίων και στη συνδρομή «κάποιων» (άγνωστων) φυσικών μηχανισμών, β) αυθαίρετες παραδοχές π.χ. «η ανάλυση προσεγγίζει με δυσκολία το μοριακό επίπεδο, στο οποίο ΠΡΕΠΕΙ να αναχθεί η ρύθμιση της ανάπτυξης και ιδιαίτερα της εμβρυϊκής ανάπτυξης», γ) αντιφάσεις π.χ. «όλα τα δεδομένα μας πείθουν ότι η ανάπτυξη ενός οργανισμού κατευθύνεται στα πλαίσια ενός πολύ αυστηρού προγράμματος. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολυάριθμες ενδείξεις που συνηγορούν στην άποψη ότι κατά την εκτέλεση αυτού του προγράμματος μπορεί να παρουσιαστεί κάποια «ασάφεια» και δ) νοητικά άλματα, τα οποία οδηγούν από το φυσικό επίπεδο στη μεταφυσική. Π.χ. «το έμβρυο διαφοροποιείται σε ένα σύνολο από διαδοχικές ζώνες, τα λεγόμενα «μεταμέρη», που ο μελλοντικός προορισμός τους έχει καθοριστεί από την γενετική νομοτέλεια». (58)

Στο σημείο αυτό θα παρατεθεί ένα παράδειγμα στο οποίο απεικονίζεται, με όλη τη μεγαλοπρέπεια, το σύστημα των νοητικών ελιγμών που επιστρατεύονται για να στηρίξουν τις αβάσιμες ερμηνείες των δεδομένων.

«Ο βακτηριοφάγος λάμδα παρουσιάζει κι ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: το γενετικό του πρόγραμμα περικλείει μια εκλογή: (αυθαίρετη παραδοχή και ταυτόχρονα ασαφής διατύπωση αφού δεν προσδιορίζει το γενετικό πρόγραμμα) μετά τη μόλυνση το σύστημα (το οποίο δεν προσδιορίζεται) μπορεί, με αφετηρία ένα κοινό στέλεχος, να εξελιχθεί, είτε προς τον πολλαπλασιασμό του ιού και την καταστροφή του βακτηριδίου, είτε προς την προσαρμογή του βακτηριοφάγου προς το λυσογόνο στάδιο. Γνωρίζουμε τώρα τους μηχανισμούς, χωρίς όμως να έχουμε ξεδιαλύνει πάνω σε ποια βάση γίνεται αυτή η επιλογή (το άκρον άωτο της αντίφασης: από τη μια ξέρουμε τους μηχανισμούς με τους οποίους γίνεται η επιλογή και ταυτόχρονα δεν τους ξέρουμε)… στο στάδιο αυτό, η απουσία μιας αντίδρασης του τύπου «όλα ή τίποτα» γεννά ένα ερώτημα: πώς πρέπει να εξηγήσουμε την περίπτωση που ένα τμήμα των βακτηρίων που έχουν μολυνθεί π.χ. ο μισός, καταλήγει στο λυσογόνο στάδιο; Να δεχτούμε ότι ο πληθυσμός των βακτηριδίων είναι ετερογενής κι ότι το 50% μονάχα διαθέτουν μια (ή περισσότερες) φυσιολογική παράμετρο που καθορίζει την πραγματοποίηση του λυσογόνου σταδίου; Ή ότι κάθε βακτηρίδιο, μέσα σ’ έναν ομοιογενή πληθυσμό, έχει μια στις δυο πιθανότητες να φτάσει στο λυσογόνο στάδιο; Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο διατυπώσεις είναι ότι η πρώτη βασίζεται στη νομοτέλεια, ενώ η δεύτερη δέχεται μια απροσδιοριστία.. μπορούμε να υποθέσουμε (ad hoc υποστηρικτική υπόθεση) π.χ. ότι η φυσιολογική κατάσταση ενός βακτηριδίου είναι το άθροισμα ενός τόσο μεγάλου αριθμού παραμέτρων, ώστε είναι πιο αποδοτικό να την αντιμετωπίσουμε με βάση τις πιθανότητες ή ακόμα, ότι εξαρτάται από τυχαίους παράγοντες του περιβάλλοντος ώστε αναγκαστικά θα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί με τις πιθανότητες (ασάφεια νοηματικού περιεχομένου).

Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θεμελιώδες πρόβλημα της βιολογίας: τον βαθμό της γενετικής νομοτέλειας ή της απροσδιοριστίας των βιολογικών συστημάτων (58).

Από την μελέτη αυτού του μικρού παραδείγματος αποκαλύπτονται όλοι οι νοητικοί ελιγμοί οι οποίοι επιστρατεύονται προκειμένου ν’ αποκτήσει μια ψευδαίσθηση αληθοφάνειας η μοριακή εκδοχή του φαινομένου του προγραμματισμού και της επιλογής της συμπεριφοράς των κυττάρων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό νοητικό άλμα, που ξεκινάει από το φυσικό επίπεδο και καταλήγει στο κέντρο της μεταφυσικής. Η δυνατότητα των κυττάρων να επιλέγουν, η οποία αρχικά αποδίδεται στο γενετικό πρόγραμμα, δηλαδή στο DNA, αποδίδεται, ύστερα από μια σειρά νοητικών ελιγμών και αυθαίρετων παραδοχών, είτε στη μοίρα (γενετική νομοτέλεια) είτε στην τύχη (απροσδιοριστία των βιολογικών συστημάτων και νόμος των πιθανοτήτων), δηλαδή σε δυο μεταφυσικούς παράγοντες, οι οποίοι είναι αδύνατον να προσδιοριστούν, να εντοπιστούν και να μελετηθούν.

 

Αλλαγή νοηματικού περιεχομένου των όρων

Οι όροι με τους οποίους περιγράφονται τα στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας αποτελούν ένα πρώτης τάξεως εργαλείο με το οποίο μπορεί να ασκηθεί η τεχνική της φυσικής πραγματικότητας στην άποψη. Ο καθένας απ’ αυτούς έχει το δικό του νοηματικό περιεχόμενο, το οποίο καθορίζεται από την κοινωνική σύμβαση, δηλαδή από τη συμφωνία ανάμεσα σ’ αυτούς που τον χρησιμοποιούν. Π.χ. όταν αναφερόμαστε σε μόρια όλοι ξέρουμε το νοηματικό περιεχόμενο του όρου και όλοι ξέρουμε ότι τα μόρια ανήκουν στο επίπεδο της άψυχης ύλης. Από λειτουργική άποψη, οι όροι συμμετέχουν στη διαδικασία κατανόησης, λειτουργώντας ως δοχεία που μεταφέρουν στο νου το νοηματικό περιεχόμενο που έχει καθοριστεί για τον καθένα απ’ αυτούς. Το νοηματικό περιεχόμενο των όρων αντιστοιχεί στην πρώτη ύλη που θα επεξεργαστεί ο νους για να κατανοήσει.

Η απόδοση οποιασδήποτε παραγωγικής δραστηριότητας εξαρτάται, εκτός των άλλων, από την ποιότητα των πρώτων υλών που εισάγονται για επεξεργασία. Εάν τροφοδοτήσουμε μια οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα με αλλοιωμένες πρώτες ύλες, τότε είναι βέβαιο ότι τα προϊόντα που θα παραχθούν απ’ αυτήν θα είναι αλλοιωμένα και ακατάλληλα. Τι θα συμβεί όταν ο νους τροφοδοτείται με όρους, το νοηματικό περιεχόμενο των οποίων είναι αλλοιωμένο;

Η οποιαδήποτε αλλοίωση του περιεχομένου των όρων, ακόμα και η πιο μικρή, οδηγεί στην παραγωγή αλλοιωμένων νοητικών προϊόντων και στην αδυναμία κατανόησης. Από την άλλη μεριά όμως, δίνοντας στους όρους που χρησιμοποιούμε το νοηματικό περιεχόμενο που εμείς θέλουμε, μπορούμε να προσαρμόσουμε τα στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας στην άποψή μας. Η αλλοίωση του νοηματικού περιεχομένου των όρων αποτελεί μια από τις βασικές μεθόδους προσαρμογής της φυσικής πραγματικότητας στην άποψη που εφαρμόζονται όταν η κυρίαρχη άποψη είναι ανεπαρκής και ασύμβατη με το αντικείμενό της. Οι μέθοδοι αλλοίωσης του νοηματικού περιεχομένου των όρων είναι α) ο εμπλουτισμός και β) η αφαίρεση. Ο εμπλουτισμός εφαρμόζεται στους όρους που αναφέρονται στο τμήμα που περιέχεται στην ανεπαρκή κυρίαρχη άποψη (π.χ. μόρια). Με τον εμπλουτισμό του νοηματικού περιεχομένου επιχειρείται η αναπροσαρμογή του μέρους προς τα πάνω, έτσι ώστε το μέρος ν’ αποκτήσει τις διαστάσεις του όλου. Αντίθετα η αφαίρεση του νοηματικού περιεχομένου εφαρμόζονται στους όρους που αναφέρονται στα τμήματα που δεν περιέχονται στην ανεπαρκή αντίληψη (π.χ. πεδία, νοητικές λειτουργίες). Με την αφαίρεση του νοηματικού περιεχομένου επιχειρείται η αναπροσαρμογή «προς τα κάτω» έτσι ώστε το όλον να μικρύνει και να ταυτιστεί με το μέρος.

 

Εμπλουτισμός νοηματικού περιεχομένου

Η μέθοδος εμπλουτισμού του νοηματικού περιεχομένου των όρων που χρησιμοποιείται συχνότερα είναι ο σταδιακός εμπλουτισμός, ο οποίος περνά εύκολα απαρατήρητος. Ένα από τα τυπικότερα παραδείγματα που είναι δυνατόν να διατυπωθούν είναι ο σταδιακός εμπλουτισμός του όρου «μόρια». Από τις γνώσεις που υπάρχουν σε όλες τις επιστήμες που μελετούν τις ιδιότητες των μορίων, τα μόρια ανήκουν στο επίπεδο της άψυχης ύλης, ενώ από την άλλη μεριά τα ζωντανά κύτταρα ανήκουν στο επίπεδο της ζωής. Ανάμεσα στο επίπεδο της ζωής και το επίπεδο της άψυχης ύλης υπάρχει ένα χάσμα, το οποίο δεν γεφυρώνεται από τις ιδιότητες που πράγματι έχουν τα μόρια. Για την κυρίαρχη άποψη της βιολογίας όμως, τα μόρια είναι ο μόνος δραστικός βιολογικός παράγοντας που διαθέτουν τα κύτταρα και συνεπώς ο μόνος στον οποίο είναι δυνατόν ν’ αποδοθούν όλες οι ιδιότητες των ζωντανών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων και των νοητικών.

Η παραδοχή που προκύπτει από την κυρίαρχη άποψη της βιολογίας συνεπάγεται πως όλα όσα κάνουν τα κύτταρα για να αναπτυχθούν και να επιβιώσουν στο περιβάλλον τους και όλες οι ιδιότητες που έχουν, πρέπει, με κάποιο τρόπο, ν’ αποδοθούν στα μόρια των κυττάρων. Επειδή τα μόρια ανήκουν στο επίπεδο της άψυχης ύλης, είναι φανερό ότι το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά και τις ιδιότητες που θα πρέπει να τους αποδοθούν δεν γεφυρώνεται αν δεν αλλοιωθεί το νοηματικό περιεχόμενο του όρου. Για να γεφυρωθεί το χάσμα εμπλουτίζεται σταδιακά το νοηματικό περιεχόμενο του όρου «μόρια». Στην πρώτη φάση τα μόρια που περιέχονται στα ζωντανά κύτταρα «βαφτίζονται» μεγαλομόρια, σύνθετα μόρια και τελικά βιο-μόρια. Ο νους δεν αντιδρά και δεν απορρίπτει την μετονομασία του όρου «μόρια» σε «βιο-μόρια». Αποδέχεται την προσθήκη του συνθετικού βιο-, το οποίο σημαίνει ζωή, κατά πάσα πιθανότητα γιατί θεωρεί ότι χρησιμοποιείται διευκρινιστικά, προκειμένου να διαχωρίσει τα μόρια που υπάρχουν στους ζωντανούς οργανισμούς με αυτά που δεν περιέχονται στους ζωντανούς οργανισμούς.

Έχοντας αποδεχθεί τον όρο «βιο-μόρια» αποδέχεται στην επόμενη φάση να ονομαστούν «ζωντανά μόρια» και στη συνέχεια αποδέχεται, χωρίς ν’ αντιδρά, τις προσπάθειες που γίνονται για να δοθούν στα μόρια όλες οι ιδιότητες των ζωντανών οργανισμών. Αφού έχει αποδεχθεί ότι είναι ζωντανά, μπορεί ν’ αποδεχθεί ότι κάνουν όλα όσα κάνει ένας ζωντανός οργανισμός: μπορούν να θυμούνται, να επιλέγουν την συμπεριφορά που θα εκδηλώσουν, να προγραμματίζουν και ακόμη να έχουν όλες τις γνώσεις που αφορούν την δημιουργία ενός ζωντανού οργανισμού και την δυνατότητα να τις χρησιμοποιούν για να τον κατασκευάζουν.

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Το μέρος (μόρια) εμπλουτίζεται σταδιακά με υπερφυσικές ιδιότητες και ικανότητες και γίνεται ικανό να καλύψει το όλον που είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Όσο απίστευτο και αν φαίνεται, με την μέθοδο του εμπλουτισμού του νοηματικού περιεχομένου ενός όρου, τα μόρια εμφανίζονται να ξέρουν όλα όσα προσπαθούν να μάθουν χωρίς να το καταφέρνουν οι επιστήμονες που μελετούν τους ζωντανούς οργανισμούς.

 

Αφαίρεση του νοηματικού περιεχομένου

Η μέθοδος εφαρμόζεται όταν η κυρίαρχη άποψη είναι ανεπαρκής και στοχεύει στον περιορισμό των στοιχείων που αποκαλύπτουν την παρουσία των τμημάτων που περιέχονται στο σύνολο αλλά δεν περιέχονται στην ανεπαρκή άποψη. Με τους κατάλληλους φραστικούς χειρισμούς αναπροσαρμόζονται προς τα κάτω (δεν μειώνονται ούτε εξαφανίζονται πλήρως) οι φυσικές και λειτουργικές ιδιότητες που έχουν οι παράγοντες που περιγράφονται με τους αλλοιωμένους όρους.

 

A. Μερική αφαίρεση ιδιοτήτων

Η έρευνα της βιολογίας έχει αποδείξει ότι τα ζωντανά κύτταρα διαθέτουν ενδογενή (κυτταρικά) πεδία διαφόρων τύπων (ηλεκτρικά, ηλεκτρομαγνητικά, μαγνητικά κ.λ.π.). Η επιβεβαιωμένη παρουσία των κυτταρικών πεδίων βάζει σε κίνδυνο την αξιοπιστία της μοριακής άποψης, η οποία δεν προβλέπει τίποτα ούτε για την παρουσία ούτε για τον ρόλο που διαδραματίζουν τα κυτταρικά πεδία στη λειτουργία των κυττάρων. Για να καλύψει την ανεπάρκειά της και να διατηρήσει την αξιοπιστία της κάνει ένα βήμα πίσω: αναγκάζεται ν’ αποδεχθεί από τη μια την βέβαιη παρουσία των πεδίων και απ’ την άλλη την υποβαθμίζει, θεωρώντας ότι τα πεδία είναι βιολογικά αδρανείς παράγοντες. Υπάρχουν, γιατί είναι αδύνατον να αμφισβητηθεί η παρουσία τους, αλλά δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο στη λειτουργία των κυττάρων, δηλαδή είναι σα να μην υπάρχουν, οπότε δικαιώνεται η μοριακή αντίληψη. Για να πετύχει τον στόχο της , αλλοιώνει το νοηματικό περιεχόμενο του όρου «πεδία» προσθέτοντας τους όρους «δευτερογενή» ή «επιφαινόμενα». Τα πεδία «βαφτίζονται» δευτερογενή ή επιφαινόμενα, τα οποία παράγονται από τη λειτουργία των μοριακών συστημάτων. Σαν δευτερογενή και επιφαινόμενα δεν θεωρούνται πια αυθύπαρκτες φυσικές ποσότητες οι οποίες έχουν φυσικές και λειτουργικές ιδιότητες, αλλά απλά διακοσμητικά στοιχεία τα οποία δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο στην λειτουργία των ζωντανών οργανισμών. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξαφανίζονται η συμμετοχή και ο ρόλος που διαδραματίζουν τα πεδία και μαζί τους όλα τα στοιχεία που δείχνουν ότι τα πεδία είναι ο ένας από τους τρεις βασικούς δομικούς και λειτουργικούς παράγοντες των ζωντανών οργανισμών.

 

B. Ολική αφαίρεση νοηματικού περιεχομένου

Τα στοιχεία που υπάρχουν σε όλους τους τομείς της βιολογίας αποκαλύπτουν ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν όλες τις νοητικές λειτουργίες και ότι τις χρησιμοποιούν για να καθορίσουν την συμπεριφορά τους και να έρθουν σε ελεγχόμενη επαφή με το περιβάλλον τους. Η μοριακή άποψη, απ’ την άλλη μεριά, δεν δέχεται ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν νοητικές λειτουργίες. Οι ειδικοί που μελετούν τη συμπεριφορά των κυττάρων αντιμετωπίζουν ένα οξύ πρόβλημα: από τη μια αναγκάζονται, από τα ίδια τα δεδομένα τους, να δεχθούν ότι τα κύτταρα επιλέγουν και απ’ την άλλη αναγκάζονται από τη μοριακή άποψη, ν’ απορρίψουν αυτό που είδαν. Για να γεφυρώσουν τα χάσμα που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπουν και σ’ αυτό που νομίζουν, αφαιρούν το νοηματικό περιεχόμενο του όρου «επιλογή».

Η μέθοδος που χρησιμοποιούν είναι πάρα πολύ απλή: πρώτα αποδέχονται ότι τα κύτταρα επιλέγουν και ύστερα προσπαθώντας τάχα να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν, αποδίδουν την δυνατότητα επιλογής που έχουν τα κύτταρα είτε σε μεταφυσικούς όρους, όπως είναι η γενετική νομοτέλεια, η οποία είναι το ισοδύναμο της μοίρας ή η απροσδιοριστία των βιολογικών συστημάτων ή ο νόμος των πιθανοτήτων, οι οποίοι είναι ισοδύναμοι της τύχης είτε σε γενικόλογες και ασαφείς φράσεις που δεν εξηγούν τίποτα, όπως είναι οι αλληλεπιδράσεις που έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα στα μοριακά συστήματα στην διάρκεια της εξέλιξης των ειδών. Μ’ αυτές τις «εμπεριστατωμένες» αναλύσεις αφαιρείται πλήρως το νοηματικό περιεχόμενο του όρου «επιλογή». Από τη στιγμή που η επιλογή αποδίδεται σε οποιονδήποτε από τους παράγοντες που αναφέρονται στις αναλύσεις, τα ίδια τα κύτταρα δεν επιλέγουν απολύτως τίποτα. Με παρόμοιο τρόπο, δηλαδή με την αφαίρεση του νοηματικού περιεχομένου των όρων, εμφανίζονται τα στοιχεία που δείχνουν ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν όλες τις νοητικές λειτουργίες και ότι τις χρησιμοποιούν για ν’ αναπτυχθούν και να επιβιώσουν στο περιβάλλον τους.

Η αλλοίωση του νοηματικού περιεχομένου ενός όρου, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, όσο μικρή και ανεπαίσθητη κι αν είναι, θα πρέπει να απαγορευθεί γιατί, από θεωρητική άποψη, είναι καταστροφική. Οι όροι πρέπει να χρησιμοποιούνται με το περιεχόμενο που έχει καθοριστεί από την κοινωνική σύμβαση ή να μην χρησιμοποιούνται καθόλου. Εάν από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας διαπιστώνεται ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν την ικανότητα να επιλέγουν, να καθορίζουν τη συμπεριφορά τους, να προγραμματίζουν να προσανατολίζονται στον χρόνο), να θυμούνται, να προσανατολίζονται στον χώρο, ν’ αγνοούν ένα ερέθισμα, να συνδιαλέγονται μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους κ.λ.π., είμαστε υποχρεωμένοι είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε συμφωνεί με την κυρίαρχη άποψη είτε όχι, να δεχθούμε χωρίς αμφισβήτηση ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν νοητικές ιδιότητες και ότι τις χρησιμοποιούν. Εάν δεν θέλουμε ν’ αποδεχθούμε ότι τα ζωντανά κύτταρα έχουν νοητικές λειτουργίες, δεν έχουμε κανένα απολύτως δικαίωμα να χρησιμοποιήσουμε έστω και έναν από τους παραπάνω όρους γιατί ο κάθε ένας απ’ αυτούς, σύμφωνα με την ψυχιατρική, ισοδυναμεί με το σύνολο των νοητικών λειτουργιών.

Εάν ο στόχος της επιστήμης είναι πράγματι η κατανόηση των φαινομένων και όχι η διατήρηση της αξιοπιστίας οποιασδήποτε κυρίαρχης άποψης, τότε οφείλουμε να συμφωνήσουμε πως η ίδια η επιστήμη οφείλει ν’ απαγορέψει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ΟΛΕΣ τις μεθόδους προσαρμογής της φυσικής πραγματικότητας στην κυρίαρχη άποψη. Για να πετύχει το στόχο της και για να γεφυρώσει το χάσμα που τυχόν υπάρχει ανάμεσα στην φυσική πραγματικότητα και την κυρίαρχη άποψη, οφείλει να ακολουθήσει την ακριβώς αντίθετη διαδρομή: να βρει τις μεθόδους με τις οποίες θα προσαρμόσει την άποψη στην φυσική πραγματικότητα. Αντί να προσπαθεί κάτι που είναι εντελώς ανέφικτο, μπορεί και πρέπει να προσπαθήσει να πετύχει το ακριβώς αντίθετο, που είναι ρεαλιστικό και αποτελεσματικό. Η επιστήμη που θα καταφέρει να αποκτήσει μια πλήρη, κατάλληλη και συμβατή επιστημονική αντίληψη θα καταφέρει, με την βοήθειά της, να ολοκληρώσει εύκολα, γρήγορα και σωστά όλες τις θεωρητικές δραστηριότητες που έχουν αναλυθεί μέχρι τώρα.

Η παρουσία μιας συμβατής αντίληψης θα καταστήσει άχρηστες όλες τις μεθόδους προσαρμογής της πραγματικότητας στην άποψη που διατυπώθηκαν. Όταν η επιστημονική άποψη είναι συμβατή με την πραγματικότητα, τότε δεν υπάρχει κανένα χάσμα ανάμεσα στην άποψη και την πραγματικότητα, οπότε δεν χρειάζεται ν’ αναπροσαρμοστούν τα στοιχεία της πραγματικότητας, ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα κάτω, γιατί είναι ήδη συμβατά με την άποψη που έχουμε γι’ αυτήν.