Φάση 1η: Δημιουργία Γενικής Νοητικής Εικόνας

Η πρώτη φάση είναι η πιο σημαντική απ’ όλες γιατί κατά την διάρκειά της δημιουργείται το μοντέλο ανασύστασης, το οποίο ,όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι το βασικό «εργαλείο» με το οποίο εκτελούνται όλες οι φάσεις που ακολουθούν και ο παράγοντας που καθορίζει με την ποιότητά του την ποιότητα και την απόδοση του συνόλου που θα παραχθεί στο τέλος της διαδικασίας. Αν και η εκτέλεσή της περνάει απαρατήρητη, η φάση αυτή εκτελείται ,χωρίς καμία εξαίρεση, απ’ όλους τους κατασκευαστές σύνθετων συνόλων. Όλοι οι κατασκευαστές σύνθετων συνόλων ,πριν ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο, αφιερώνουν όσο χρόνο χρειάζεται για να συλλάβουν μια γενική νοητική εικόνα του συνόλου που θέλουν να κατασκευάσουν. Ο ζωγράφος συλλαμβάνει μια γενική νοητική εικόνα του πίνακα που θέλει να ζωγραφίσει, ο αρχιτέκτονας του οικοδομήματος που θα κατασκευάσει και ο θεωρητικός του φαινομένου που θέλει να ερμηνεύσει. Όταν τα καταφέρουν, αποτυπώνουν τις αδρές γραμμές της εικόνας που συνέλαβαν και στη συνέχεια προσθέτουν σταδιακά τις λεπτομέρειες που δίνουν στη νοητική εικόνα μια ολοκληρωμένη μορφή. Το «προϊόν» που δημιουργείται στο τέλος της διαδικασίας ονομάζεται ,ανάλογα με την περίπτωση, αρχιτεκτονικό ή μηχανολογικό σχέδιο, πρότυπο, παράδειγμα ή μοντέλο ανασύστασης. Το μοντέλο ανασύστασης είναι σε όλα τις περιπτώσεις ο ενεργητικός παράγοντας με βάση τον οποίο εκτελούνται όλες οι δραστηριότητες που ακολουθούν και αυτός που καθορίζει με την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητά του την απόδοσή τους.

Στο μοντέλο απεικονίζονται:

Α) η μορφή και η δομή του υπό δημιουργία συνόλου και

Β) η μορφή, η δομή και η θέση στην οποία θα τοποθετηθεί το καθένα από τα τμήματα.

Με βάση τα παραπάνω, το μοντέλο είναι ο παράγοντας που καθορίζει α) πόσα και ποια από τα δομικά στοιχεία που υπάρχουν είναι κατάλληλη και αξιοποιήσιμα, οπότε θα συγκεντρωθούν και θα αξιοποιηθούν, και πόσα και ποια είναι ακατάλληλα και μη αξιοποιήσιμα, οπότε δεν θα συγκεντρωθούν και δεν θα αξιοποιηθούν και β) την θέση στην οποία θα τοποθετηθεί το κάθε τμήμα. Το μοντέλο είναι το μοναδικό κριτήριο με το οποίο αξιολογούνται τα δομικά στοιχεία: όσα απ’ αυτά είναι συμβατά με το μοντέλο, δηλαδή όσα ταιριάζουν σε κάποια από τις θέσεις που προβλέπονται σ’ αυτό, θεωρούνται κατάλληλα και αξιοποιήσιμα, ενώ όσα είναι ασύμβατα μ’ αυτό θεωρούνται ακατάλληλα κα μη αξιοποιήσιμα και απορρίπτονται.

Ο ρόλος του μοντέλου, ο οποίος είναι γνωστός και πολύ σημαντικός σε όλες τις περιπτώσεις ανασύστασης, αναβαθμίζεται και γίνεται ακόμη σημαντικότερος στην περίπτωση που το υπό κατασκευήν σύνολο είναι πρωτότυπο, δηλαδή δεν έχει κατασκευαστεί ποτέ στο παρελθόν, όπως είναι π.χ. τα θεωρητικά σύνολα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το μοντέλο εμπλουτίζεται με νέες αρμοδιότητες, όπως είναι ο εντοπισμός και η αναγνώριση των δομικών στοιχείων. Ο κατασκευαστής ενός άγνωστου και πρωτότυπου συνόλου δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ούτε την τελική μορφή του συνόλου ούτε τη μορφή των τμημάτων ούτε την θέση στην οποία πρέπει να τοποθετηθεί το καθένα απ’ αυτά. Συνεπώς, δεν είναι σε θέση ούτε να εντοπίσει ούτε να αναγνωρίσει τα τμήματα που του χρειάζονται. Δεν ξέρει ούτε τι ακριβώς ζητάει ούτε πού να ψάξει για να το βρει. Το μοναδικό βοήθημα που χρησιμοποιεί, ειτε το γνωρίζει είτε όχι, είναι το μοντέλο ανασύστασης. Αυτό του υποδεικνύει τι ακριβώς χρειάζεται και που να ψάξει για να το βρει. Ο κατασκευαστής πρώτα κοιτάζει το μοντέλο του και ύστερα προσπαθεί να βρει τα τμήματα που απεικονίζονται σ’ αυτό.

Συνοψίζοντας, στην περίπτωση ανασύστασης ενός θεωρητικού συνόλου, οι δραστηριότητες που ολοκληρώνονται με την βοήθεια του μοντέλου είναι: 1, ο εντοπισμός και η αναγνώριση

2. η αξιολόγηση, επιλογή και η συγκέντρωση και

3. η αξιοποίηση των δεδομένων και των γνώσεων.

Το μοντέλο είναι το θεωρητικό μέσο με το οποίο ολοκληρώνονται όλες οι δραστηριότητες που συγκροτούν την διαδικασία μετατροπής του μερικού σε ολικό, δηλαδή η κίνηση από το μερικό στο ολικό. Η απόδοση όλων των δραστηριοτήτων καθορίζεται από την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητα του μοντέλου ανασύστασης, ενώ είναι ανεξάρτητη από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα έχει διατυπωθεί ή είναι δυνατό να διατυπωθεί. Αν το μοντέλο είναι πλήρες, κατάλληλο και συμβατό με το αντικείμενό του, τότε αυτός που το χρησιμοποιεί θα καταφέρει να εντοπίσει, να αναγνωρίσει, να αξιολογήσει σωστά, να συγκεντρώσει, να ερμηνεύσει σωστά και να αξιοποιήσει όλα τα δεδομένα και τις γνώσεις που ήδη υπάρχουν και που είναι δυνατό ν’ αξιοποιηθούν. Αντίθετα, αν το μοντέλο είναι ανεπαρκές, ακατάλληλο και ασύμβατο με το αντικείμενό του, τότε αυτός που το χρησιμοποιεί δεν θα μπορέσει να εκτελέσει σωστά ούτε μια από τις παραπάνω δραστηριότητες.

Στο τέλος της διαδικασίας ανασύστασης το μοντέλο ενσωματώνεται στο σύνολο ή τα σύνολα που θα παραχθούν απ’ αυτό. Υπάρχει μέσα στο σύνολο με τη μορφή του νοητικού δομικού σκελετού, οπότε είναι δυνατό να εντοπιστεί και να ελεγχθεί ως προς την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητά του με το αντικείμενο που πραγματεύεται. Το μοντέλο και το σύνολο που θα παραχθεί απ’ αυτό, από δομική άποψη, αντανακλούν πλήρως το ένα το άλλο. Αν το μοντέλο είναι πλήρες, κατάλληλο και συμβατό, τότε τις ίδιες ακριβώς ιδιότητες θα έχει και το σύνολο που θα παραχθεί απ’ αυτό. Στην περίπτωση που το σύνολο είναι θεωρία, θα είναι βάσιμη, δηλαδή θ’ απεικονίζει πλήρως το φαινόμενο που πραγματεύεται.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η επιτυχία ή η αποτυχία στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου καθορίζεται από την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητα του νοητικού υποδείγματος (μοντέλου) που χρησιμοποιείται. Ο θεωρητικός που θέλει να πετύχει στο έργο του οφείλει ν’ ασχοληθεί σοβαρά και για όσο χρόνο χρειαστεί με το μοντέλο ανασύστασης, ώστε να επιλέξει αυτό που θα τον οδηγήσει στην επιτυχία, ή ,αν δεν υπάρχει, να το δημιουργήσει. Για να τα καταφέρει, θα πρέπει να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται, εντοπίζεται, ελέγχεται και βελτιώνεται ένα μοντέλο, καθώς και το ρόλο που διαδραματίζει σε όλες τις δραστηριότητες που συγκροτούν το έργο του. Οι γνώσεις αυτές είναι τόσο σημαντικές, ώστε μπορούμε να πούμε ότι αυτός που δεν τις διαθέτει δεν έχει εξειδικευθεί στο θεωρητικό έργο, οπότε δεν μπορεί να το εκτελέσει σωστά. Η άγνοια των συγκεκριμένων γνώσεων θα τον οδηγήσει στην άκριτη αποδοχή και την χρήση οποιουδήποτε μοντέλου (το οποίο συνήθως είναι αυτό που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία) , το οποίο, εφ’ όσον είναι ασύμβατο και αναποτελεσματικό, θα τον οδηγήσει στην βέβαιη αποτυχία, η οποία μάλιστα θα του φαίνεται ανεξήγητη και αδικαιολόγητη, εφ’ όσον δεν γνωρίζει το ρόλο του μοντέλου στο έργο του.

Οι πνευματικές ικανότητες (ευφυΐα, φαντασία, κ.λ.π.) που τυχόν διαθέτει δεν θα τον βοηθήσουν να βγει από το αδιέξοδο. Αντίθετα, θα τον οδηγήσουν πιο βαθιά μέσα σ’ αυτό. Π.χ. ο ιδιοφυής που θα βρεθεί μπροστά στην ασυμβατότητα του μοντέλου με τα στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας και στην αδυναμία αξιοποίησής τους θα χρησιμοποιήσει την εξυπνάδα του για ν προσαρμόσει τα στοιχεία της πραγματικότητας (δεδομένα) στο ασύμβατο μοντέλο που χρησιμοποιεί, ώστε να τα μετατρέψει σε συμβατά και να μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει. Ο ρόλος των πνευματικών ικανοτήτων είναι ,όπως θα φανεί στην πορεία, αμφιλεγόμενος και καθορίζεται από την ποιότητα του μοντέλου. Αν το μοντέλο είναι συμβατό, ο ρόλος των πνευματικών ικανοτήτων είναι χρήσιμος και εποικοδομητικός, ενώ αν το μοντέλο είναι ασύμβατο ο ρόλος τους είναι καταστροφικός.

Τα κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει ν’ απαντηθούν σ’ αυτό το σημείο είναι: πώς δημιουργούνται η γενική νοητική εικόνα και το μοντέλο ανασύστασης; Ποια είναι η ταυτότητα του παράγοντα που χρησιμοποιεί ο κατασκευαστής για να τα κατασκευάσει;

Τα στοιχεία που πρέπει να συνυπολογίσουμε για να φτάσουμε στη σωστή απάντηση είναι:

Α) τόσο η γενική νοητική εικόνα όσο και το μοντέλο απεικονίζουν το αντικείμενο που πραγματεύεται μια επιστήμη και γι’ αυτό είναι απολύτως ειδικά για τη συγκεκριμένη επιστήμη και

Β) και τα δύο είναι αμιγώς νοητικά προϊόντα.

Με βάση τα παραπάνω, το αρχικό ερώτημα συμπυκνώνεται στο εξής: ποιο μπορεί να είναι το μέσο με το οποίο είναι δυνατό να παραχθεί ένα ειδικό νοητικό επιστημονικό προϊόν; Η απάντηση που προκύπτει αβίαστα είναι το σύνολο των ειδικών γνώσεων και των απόψεων που διαθέτει ο φυσικός δημιουργός (κατασκευαστής), δηλαδή η επιστημονική του αντίληψη. Ο κάθε φυσικός δημιουργός χρησιμοποιεί, είτε το ξέρει είτε όχι (συνήθως το δεύτερο), το σύνολο των ειδικών γνώσεων και απόψεων που διαθέτει για να κατασκευάσει το νοητικό υπόδειγμα ή μοντέλο ανασύστασης. Π.χ. ο αεροναυπηγός χρησιμοποιεί τις ειδικές γνώσεις και απόψεις που διαθέτει για την κατασκευή ενός αεροσκάφους (σχετικά με τη μορφή και την δομή του συνόλου, την θέση και το ρόλο που έχει μέσα στο σύνολο το καθένα από τα τμήματα από τα οποία απαρτίζεται κ.λ.π.) για να δημιουργήσει το μοντέλο βάσει του οποίου θα κατασκευάσει το αεροσκάφος.

Η πληρότητα, η καταλληλότητα και η συμβατότητα του μοντέλου είναι ευθέως ανάλογες με την πληρότητα των ειδικών γνώσεων και απόψεων του φυσικού δημιουργού. Όλοι οι άλλοι παράγοντες που έχουν διατυπωθεί είναι επουσιώδεις και ήσσονος σημασίας. Σε απουσία ειδικών γνώσεων δεν μπορούν να δράσουν μόνοι τους και να κατασκευάσουν ένα σωστό μοντέλο ανασύστασης. Με βάση τα παραπάνω, αυτοί που έχουν την ευθύνη για την κατασκευή του μοντέλου σε μια επιστήμη είναι οι ειδικοί που την υπηρετούν, γιατί είναι οι μόνοι που έχουν τις ειδικές γνώσεις που χρειάζονται. Οι ειδικοί που υπηρετούν άλλες επιστήμες, ανεξάρτητα από το επίπεδο των γενικών γνώσεων ή τις πνευματικές ικανότητες που διαθέτουν, δεν μπορούν ούτε να δημιουργήσουν ούτε να ελέγξουν ούτε να βελτιώσουν το μοντέλο μιας επιστήμης την οποία δεν γνωρίζουν και δεν υπηρετούν. Μπορούμε να πούμε ότι η επιστημονική αντίληψη είναι το 1 και οι πνευματικές ικανότητες και , εφ’ όσον υπάρχουν, οι γνώσεις άλλων επιστημών είναι τα 0 με τα οποία γίνεται το 1.000.000.

Με τον ίδιο, σε γενικές γραμμές, τρόπο έχουν παραχθεί όλα τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται από τους θεωρητικούς τομείς όλων των επιστημών. Η επιστημονική αντίληψη σ’ αυτήν την φάση λειτουργεί με τη μορφή της οπτικής, την οποία χρησιμοποιούμε για να κοιτάξουμε είτε ολόκληρο το αντικείμενο της επιστήμης είτε ένα φαινόμενο που παράγεται από τη λειτουργία αυτού του αντικειμένου, και για να δούμε τους παράγοντες με τους οποίους ολοκληρώνεται καθώς και το ρόλο που διαδραματίζει ο καθένας απ’ αυτούς τους παράγοντες. Αναλυτικότερα, η γενική νοητική εικόνα δημιουργείται από την γενική άποψη (βασική αλήθεια) που έχουμε για την δομή του αντικειμένου που μας ενδιαφέρει. Η γενική άποψη ,όπως θα δούμε αναλυτικά στα ειδικά κεφάλαια, απεικονίζει με γενικό τρόπο τα βασικά δομικά στοιχεία που απαρτίζουν το αντικείμενο της επιστήμης και το ρόλο που έχει το καθένα απ’ αυτά μέσα στο σύνολο. Π.χ. η γενική άποψη της βιολογίας είναι αυτή που υποστηρίζει ότι τα μόρια είναι το μόνο δραστικό δομικό και λειτουργικό στοιχείο που διαθέτουν τα ζωντανά κύτταρα και συνεπώς το μόνο που χρειάζεται για να ολοκληρωθούν όλες οι δραστηριότητές τους.

Η γενική άποψη, σαν οπτική, καθορίζει ανάλογα με την πληρότητα του περιεχομένου της τι θα δούμε και τι όχι. Π.χ. αυτό που βλέπουμε κοιτάζοντας μια από τις δραστηριότητες των κυττάρων χρησιμοποιώντας τη μοριακή άποψη σαν οπτική είναι τα μόρια και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρουσία και την δράση τους, ενώ δεν θα μπορέσουμε να δούμε την παρουσία και την δράση οποιουδήποτε άλλου, γνωστού ή άγνωστου, βασικού δομικού παράγοντα ή τα στοιχεία που αποκαλύπτουν την παρουσία του. H γενική νοητική εικόνα που θα σχηματιστεί από τη συγκεκριμένη οπτική θα απαρτίζεται αποκλειστικά από μόρια.

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η πληρότητα, η καταλληλότητα και η συμβατότητα της γενικής νοητικής εικόνας είναι ευθέως ανάλογη με την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητα της οπτικής από την οποία παράγεται. Εάν η γενική άποψη είναι ανεπαρκής, τότε η οπτική μας θα είναι επιλεκτική: από τη μια θα δούμε τα τμήματα του αντικειμένου (π.χ. μόρια) που περιέχονται σ’ αυτήν, ενώ απ’ την άλλη μεριά δεν θα δούμε, κατά πάσα πιθανότητα ποτέ, τα τμήματα του αντικειμένου που δεν περιέχονται σ’ αυτήν (π.χ. ενδογενή κυτταρικά πεδία και νοητικές λειτουργίες). Τα πρώτα (μόρια) είναι ορατά και τα δεύτερα αόρατα.

Το φαινόμενο της επιλεκτικής όρασης είναι διαχρονικό: υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει για όσο θα υπάρχουν ανεπαρκείς οπτικές (βασικές αλήθειες). Επειδή η βασική αλήθεια είναι μια αβέβαιη άποψη, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που βλέπουμε περιορίζεται σ’ αυτό που νομίζουμε ότι υπάρχει. Π.χ. οι ειδικοί του παρελθόντος δεν μπορούσαν να δουν τις ατέλειες των ουράνιων σωμάτων και να κατανοήσουν τις κινήσεις τους, λόγω της οπτικής που χρησιμοποιούσαν για να δουν το σύμπαν. Η λανθασμένη γενική άποψη που είχαν δεν τους επέτρεπε να δουν ακόμη κι αυτά που ήταν ορατά δια γυμνού οφθαλμού. Για παράδειγμα, εκείνοι που υποστήριζαν την αριστοτελική άποψη για το σύμπαν, σύμφωνα με την οποία η γη ήταν μεταβλητή και φθαρτή και ο ουρανός τέλειος και άφθαρτος, δεν μπορούσαν να «δουν» την ανομοιογένεια της επιφάνειας της σελήνης, ακόμη και όταν την κοίταζαν με τα ίδια τους τα μάτια. (4-5)

Οι ειδικοί που χρησιμοποιούν μια ανεπαρκή και ασύμβατη άποψη για να παρατηρήσουν την φυσική πραγματικότητα μοιάζουν μ’ αυτούς που διαβάζουν ένα βιβλίο που είναι γραμμένο σε μια άγνωστη γλώσσα. Δεν μπορούν ούτε να προσέξουν ούτε να δουν ούτε ν’ αξιολογήσουν σωστά ούτε ν’ αξιοποιήσουν ούτε να κατανοήσουν αυτά που κοιτάζουν.

Όταν η οπτική μας είναι ανεπαρκής και ασύμβατη με το αντικείμενό της τότε το φαινόμενο που κοιτάζουμε μ’ αυτήν είναι ακατανόητο. Ο κανόνας είναι γενικός και ισχύει χωρίς εξαιρέσεις σε όλες τις περιπτώσεις και ως εκ τούτου αποτελεί το κριτήριο με το οποίο αξιολογείται η ποιότητα του αποτελέσματος που παράγεται στην πρώτη φάση. Αν διαπιστώσουμε ότι ,παρά τις προσπάθειές μας, το φαινόμενο που μελετάμε είναι ακατανόητο, τότε γνωρίζουμε αφ’ ενός ότι η οπτική με την οποία το κοιτάμε είναι ασύμβατη μ’ αυτό και αφ’ ετέρου ότι για να γίνει κατανοητό θα πρέπει να δημιουργήσουμε και να χρησιμοποιήσουμε μια νέα οπτική, η οποία θα είναι πλήρης, κατάλληλη και συμβατή με το αντικείμενό της. Π.χ. αν πιστεύουμε ότι η γη είναι επίπεδη δεν θα κατανοήσουμε ποτέ το φαινόμενο του προοδευτικού βυθίσματος του ιστιοφόρου που απομακρύνεται στον ορίζοντα. Αν πιστεύουμε ότι ο ουρανός είναι τέλειος δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κατανοήσουμε την πτώση των μετεωριτών. Αν πιστεύουμε ότι τα μόρια είναι μόνος δομικός και λειτουργικός παράγοντας που διαθέτουν τα κύτταρα δεν θα μπορέσουμε ποτέ ν κατανοήσουμε καμία από τις δραστηριότητες των κυττάρων.

Τα φαινόμενα γίνονται κατανοητά όταν βελτιωθεί η πληρότητα της επιστημονικής οπτικής. Όλα όσα σήμερα θεωρούνται και είναι απλά και κατανοητά ήταν κάποτε ανεξήγητα, μυστηριώδη και εντελώς ακατανόητα. Το γεγονός ότι μετατράπηκαν από ακατανόητα σε κατανοητά οφείλεται στο ότι η επιστήμη κατάφερε να δημιουργήσει μια επιστημονική οπτική που ήταν πλήρης, κατάλληλη και συμβατή με το αντικείμενό τους. Το δίδαγμα που προκύπτει από τα αμέτρητα παραδείγματα του παρελθόντος έχει ως εξής: αν θέλουμε να «δούμε» και να κατανοήσουμε τα φαινόμενα που μας ενδιαφέρουν και που είναι ακατανόητα, το μόνο που πρέπει οπωσδήποτε να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε μια πλήρη, κατάλληλη και συμβατή επιστημονική οπτική. Εάν δεν τα καταφέρουμε στο επίπεδο της οπτικής, τότε ό,τι και να κάνουμε, όσο κι αν προσπαθήσουμε, όσες πνευματικές ικανότητες κι αν έχουμε, δεν θα μπορέσουμε ποτέ ούτε να κατανοήσουμε τα φαινόμενα που μας ενδιαφέρουν ούτε να φέρουμε σε πέρας με επιτυχία έστω και μια ,ακόμη και την πιο απλή, από τις δραστηριότητες του θεωρητικού τομέα.

Όταν ολοκληρωθεί η δημιουργία της γενικής νοητικής εικόνας από την βασική αλήθεια, η προσπάθεια δημιουργίας μιας ολοκληρωμένης εικόνας συνεχίζεται με την βοήθεια της επιστημονικής αντίληψης. Σ’ αυτήν την φάση, ο κατασκευαστής χρησιμοποιεί την επιστημονική αντίληψη για να δώσει μια ολοκληρωμένη μορφή στο σύνολο που προσπαθεί ν’ απεικονίσει. Με την βασική αλήθεια δημιουργείται το περίγραμμα (τα βασικά δομικά στοιχεία) του αντικειμένου, ενώ με την επιστημονική αντίληψη προστίθενται οι λεπτομέρειες και δημιουργείται το μοντέλο ανασύστασης. Η επιστημονική αντίληψη σ’ αυτήν την φάση, όπως η βασική αλήθεια προηγουμένως, λειτουργεί σαν οπτική, η οποία καθορίζει με την πληρότητά της πόσα και ποια από τα στοιχεία του αντικειμένου θα δούμε και ποια όχι, καθώς και την θέση και το ρόλο που έχει το καθένα από αυτά μέσα στο σύνολο. Συνεπώς, η πληρότητα, η καταλληλότητα και η συμβατότητα του μοντέλου ανασύστασης είναι ευθέως ανάλογες με την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητα της βασικής αλήθειας και της επιστημονικής αντίληψης από την οποία έχει παραχθεί.

Στην πραγματικότητα, η επιστημονική αντίληψη στην πρώτη φάση της διαδικασίας ανασύστασης μορφοποιείται και γίνεται μοντέλο ανασύστασης. Τα δυο μεγέθη ταυτίζονται πλήρως από την άποψη του περιεχομένου. Το ένα αποτελεί ισόμορφη του άλλου. Π.χ. αν κοιτάξουμε το μοντέλο ενός αεροσκάφους θα δούμε πολύ εύκολα ότι περιέχει το σύνολο των ειδικών γνώσεων και των απόψεων που έχει ο κατασκευαστής και που αφορούν την κατασκευή και τη λειτουργία του, δηλαδή την επιστημονική του αντίληψη. Η μόνη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα τους είναι ότι οι άυλες γνώσεις που απαρτίζουν την επιστημονική αντίληψη στην περίπτωση του μοντέλου αποκτούν μορφή, δομή και σχήμα και παίρνουν μέσα στο σύνολο την θέση και το ρόλο που τους ανήκει. Το αχανές σύνολο γνώσεων και απόψεων αποκτά μορφή, δομή και σχήμα, οπότε γίνεται ορατό και προσιτό: μπορούμε να το εντοπίσουμε, να το ελέγξουμε δομικά και λειτουργικά και να το βελτιώσουμε, αν διαπιστώσουμε ότι χρειάζεται.

Το μοντέλο ανασύστασης είναι η βασική ισομορφή της επιστημονικής αντίληψης, με την οποία ολοκληρώνονται όλες οι φάσεις της διαδικασίας ανασύστασης που ακολουθούν, η απόδοση των οποίων καθορίζεται από την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητα του μοντέλου.