Φάση 2η: Συγκέντρωση Δεδομένων

Στην δεύτερη φάση, κατασκευαστής του θεωρητικού συνόλου συγκεντρώνει τα δομικά στοιχεία (δεδομένα και γνώσεις) που θα χρησιμοποιήσει για να δομήσει το σύνολο που θέλει να κατασκευάσει. Η συγκέντρωση των δομικών στοιχείων εκ πρώτης όψεως μοιάζει σα μια πολύ απλή, σχεδόν μηχανιστική δραστηριότητα, η εκτέλεση της οποίας δεν απαιτεί κάποια ιδιαίτερη θεωρητική εξειδίκευση. Στην πραγματικότητα όμως η συγκέντρωση δεδομένων είναι μια εξαιρετικά δύσκολη και σύνθετη θεωρητική δραστηριότητα. Οι δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν σ’ αυτήν την φάση οφείλονται

α) στην φύση του υπό δημιουργία συνόλου, το οποίο είναι εντελώς άγνωστο και πρωτότυπο. Επειδή το φαινόμενο που θέλει να ανασυνθέσει από τα τμήματά του είναι άγνωστο, ο θεωρητικός βρίσκεται στην ίδια δύσκολη θέση μ’ αυτήν στην οποία θα βρεθεί ο κατασκευαστής ενός πρωτότυπου και άγνωστου συνόλου το οποίο δεν έχει κατασκευαστεί ποτέ στο παρελθόν (π.χ. ενός διαστημοπλοίου που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός). Κανείς από τους δυο δεν έχει την παραμικρή ιδέα ούτε για την τελική μορφή ή το σχήμα του συνόλου ούτε για τη μορφή ή το σχήμα των τμημάτων από τα οποία απαρτίζεται ή για την θέση στην οποία πρέπει να τοποθετηθεί το καθένα απ’ αυτά και

β) την διασπορά των δεδομένων και των γνώσεων σε όλους τους ερευνητικούς τομείς της επιστήμης του, ενώ ορισμένα απ’ αυτά είναι δυνατό να βρίσκονται σε άλλες επιστήμες.

Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται λόγω του ότι τα άγνωστα δομικά στοιχεία , εκτός του ότι είναι διάσπαρτα σε δεκάδες τομείς της έρευνας και ανακατεμένα μαζί με άλλα, τα οποία πιθανώς να μην χρειάζονται, είναι άυλα. Δεν έχουν δομή, σχήμα ή κάποιο συγκεκριμένο φυσικό χαρακτηριστικό που θ βοηθούσε στην αναγνώριση και τον εντοπισμό τους και γι’ αυτό, πριν συγκεντρωθούν, θα πρέπει ν’ αξιολογηθούν ώστε ο κατασκευαστής ν’ αντιληφθεί την θέση και το ρόλο που έχουν μέσα στο σύνολο.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η συγκέντρωση είναι μια σύνθετη δραστηριότητα, η οποία απαρτίζεται από 4 επιμέρους δραστηριότητες:

  1. τον εντοπισμό,

  2. την αναγνώριση,

  3. την αξιολόγηση και

  4. την επιλογή των δεδομένων.

Ο εντοπισμός, η αναγνώριση, η αξιολόγηση και η επιλογή των δεδομένων και των γνώσεων είναι τέσσερις δύσκολες και εξειδικευμένες θεωρητικές δραστηριότητες, οι οποίες πρέπει να εκτελεστούν σωστά προκειμένου να ολοκληρωθεί με επιτυχία η προσπάθεια συγκέντρωσης. Η αποτυχία ,κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ πιο πιθανή από την επιτυχία. Η προσπάθεια είναι δυνατό να καταλήξει σε αδιέξοδο από την πρώτη κιόλας φάση της. Ο θεωρητικός, προκειμένου να ανακαλύψει τα στοιχεία που του χρειάζονται, θα πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων τι ακριβώς ζητά και που θα ψάξει για να το βρει. Εάν δεν έχει αυτήν την γνώση η κάποιο βοήθημα που θα τον βοηθήσει στην αναζήτησή του, κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον τεράστιο όγκο των δεδομένων που υπάρχουν στους τομείς της έρευνας και των γνώσεων που υπάρχουν σε όλες τις επιστήμες.

Υπάρχει άραγε κάποιος παράγοντας που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να εκτελέσει το έργο του; Αν ναι, τότε ποιος είναι;

Η απάντηση σ’ αυτήν την ερώτηση είναι εξαιρετικά απλή και δίνεται από το σύνολο των περιπτώσεων ανασύστασης. Όλοι οι κατασκευαστές, ανεξάρτητα από την φύση ή την πολυπλοκότητα του συνόλου που θέλουν να κατασκευάσουν και ανεξάρτητα αν το σύνολο είναι γνωστό ή άγνωστο (εντελώς πρωτότυπο), χρησιμοποιούν το μοντέλο ανασύστασης που διαθέτουν για να εντοπίσουν, ν’ αναγνωρίσουν, να αξιολογήσουν και να επιλέξουν τα δομικά στοιχεία τους. Το μοντέλο είναι το βοήθημα, η πυξίδα και ο χάρτης στον οποίο απεικονίζονται τα δομικά στοιχεία που χρειάζονται για να δομηθεί το σύνολο ή ο ενεργητικός παράγοντας που υποδεικνύει τι χρειάζεται ο κατασκευαστής και που θα πρέπει να ψάξει για να το βρει. Όλοι οι κατασκευαστές πρώτα κοιτάζουν το μοντέλο τους και ύστερα προσπαθούν να βρουν και να συγκεντρώσουν τα δομικά στοιχεία που απεικονίζονται σ’ αυτό.

Ο θεωρητικός, στην προσπάθειά του να συγκεντρώσει τα δεδομένα που του χρειάζονται, ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του νοητικού υποδείγματος που έχει κατασκευάσει στην προηγούμενη φάση.

Η ποιότητα των αποτελεσμάτων που παράγονται από την κάθε μια από τις επιμέρους δραστηριότητες καθορίζεται αποκλειστικά από την πληρότητα και την ποιότητα του μοντέλου ανασύστασης. Όλοι οι άλλοι παράγοντες που έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα ή που είναι δυνατό να διατυπωθούν στο μέλλον (π.χ. εμπειρία, λογική, φαντασία, έμπνευση, λογική, αντικειμενικότητα, ιδιοφυΐα κ.λ.π.) και όλα τα κριτήρια που είναι δυνατό να διατυπωθούν ( π.χ. εγκυρότητα δεδομένων κ.λ.π.) δεν διαδραματίζουν κανέναν απολύτως ρόλο, ούτε μπορούν να επηρεάσουν στο ελάχιστο τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την χρήση του μοντέλου ανασύστασης. Εάν το μοντέλο είναι ποιοτικά άρτιο και απεικονίζει πλήρως το σύνολο που πραγματεύεται, τότε θα ολοκληρωθούν εύκολα, γρήγορα και με επιτυχία όλες οι δραστηριότητες της δεύτερης φάσης. Όλα τα δεδομένα που ήδη υπάρχουν θα εντοπιστούν, θα αναγνωριστούν, θα αξιολογηθούν σωστά και θα επιλεγούν. Η πληρότητα, η καταλληλότητα και η συμβατότητα του μοντέλου με το αντικείμενό του είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη που πρέπει να ικανοποιείται προκειμένου να ολοκληρωθεί με επιτυχία η φάση της συγκέντρωσης. Αντίθετα, αν το μοντέλο είναι ανεπαρκές, ακατάλληλο και ασύμβατο θα αποτύχουν όλες οι δραστηριότητες της δεύτερης φάσης: τα δεδομένα δεν θα εντοπιστούν, δεν θα αναγνωριστούν, δεν θα αξιολογηθούν σωστά και δεν θα συγκεντρωθούν. Η αποτυχία είναι νομοτελειακά βέβαιη και ανεξάρτητη από τις ικανότητες του κατασκευαστή ή από το επίπεδο πληρότητας των δεδομένων.

Για να συλλάβουμε τα αίτια και την έκταση της αποτυχίας αρκεί να σκεφτούμε πόσα και ποια από τα στοιχεία που του χρειάζονται για να συναρμολογήσει μια άγνωστη και πρωτότυπη συσκευή, π.χ. ένα διαστημόπλοιο που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός, θα καταφέρει να αναγνωρίσει και να συγκεντρώσει ο επίδοξος κατασκευαστής, όταν στο μοντέλο που χρησιμοποιεί απεικονίζεται μια άλλη, άγνωστη ή ανύπαρκτη (φανταστική) συσκευή. Η αποτυχία του θα είναι ολοκληρωτική από την πρώτη κιόλας φάση, την φάση της αναγνώρισης. Ο κατασκευαστής μας δεν θα καταφέρει να συγκεντρώσει ούτε ένα από τα εξαρτήματα το διαστημόπλοιου. Κοιτάζοντας το ασύμβατο μοντέλο του θα προσπαθεί να ανακαλύψει τα εξαρτήματα που απεικονίζονται σ’ αυτό, οπότε δεν θα αναγνωρίσει και δεν θα συγκεντρώσει αυτά που πραγματικά του χρειάζονται, ακόμη κι αν σκοντάφτει συνεχώς πάνω τους. Στο τέλος του εγχειρήματος προσπαθώντας να αιτιολογήσει την αποτυχία του, είναι πολύ πιθανό να πιστέψει ότι δεν υπήρχαν τα εξαρτήματα που του χρειαζόντουσαν. Θ’ αποδώσει δηλαδή την αποτυχία στην έλλειψη δομικών στοιχείων και δεν θα καταλάβει ποτέ ότι τα δομικά στοιχεία που του χρειαζόντουσαν υπήρχαν. Αυτό που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα είναι τα δομικά στοιχεία που χρειάζονται για να κατασκευαστεί η φανταστική συσκευή που απεικονίζεται στο ασύμβατο μοντέλο του.

Το παραπάνω παράδειγμα είναι μεν υποθετικό, αλλά περιγράφει αυτό που συμβαίνει όταν το μοντέλο που χρησιμοποιεί ο θεωρητικός τομέας μιας επιστήμης είναι ασύμβατο με το αντικείμενό του. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο θεωρητικός, όπως και ο κατασκευαστής του παραδείγματος, στο τέλος της διαδικασίας συγκέντρωσης θα βρεθεί με άδεια χέρια και θα πιστεύει ότι η αποτυχία του οφείλεται στην έλλειψη δεδομένων. Κοιτάζοντας το ασύμβατο μοντέλο του θα προσπαθεί να ανακαλύψει τα δεδομένα που χρειάζονται για να καλυφθούν οι θέσεις που προβλέπονται σ’ αυτό, ενώ δεν θα προσπαθεί να βρει τα δεδομένα που πραγματικά του χρειάζονται για να ανασυνθέσει το σύνολο που θέλει ν’ απεικονίσει, γιατί τα δεδομένα αυτά δεν απεικονίζονται στο ασύμβατο μοντέλο του. Εξ’ αιτίας του ασύμβατου μοντέλου δεν θα μπορέσει ούτε να εντοπίσει ούτε ν’ αναγνωρίσει ούτε να αξιολογήσει σωστά ούτε να συγκεντρώσει τα δεδομένα που του χρειάζονται. Εάν μάλιστα δεν γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί ένα μοντέλο για να συγκεντρώσει τα δεδομένα ούτε το ρόλο που διαδραματίζει η ποιότητα του μοντέλου στην έκβαση του εγχειρήματός του, είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί τα πραγματικά αίτια της αποτυχίας του, οπότε δεν θα μπορέσει να κάνει τίποτα για να τα εξαλείψει. Θα αποδώσει την αποτυχία του στην έλλειψη δεδομένων.

Η εικόνα της ανεπάρκειας (έλλειψης) δεδομένων που δημιουργείται στην περίπτωση που το μοντέλο ανασύστασης που χρησιμοποιείται είναι ασύμβατο με το αντικείμενό του είναι πλασματική: δεν απεικονίζει το πραγματικό επίπεδο πληρότητας δεδομένων. Η πλασματική ανεπάρκεια (ψευδο-ανεπάρκεια) δεν ξεπερνιέται ούτε με την βελτίωση των δυνατοτήτων της έρευνας ούτε με την αύξηση της παραγωγής δεδομένων. Όσο κι αν βελτιωθεί η έρευνα δεν θα μπορέσει ποτέ να παράγει τα δεδομένα που χρειάζονται για να σχηματιστεί το φανταστικό σύνολο που απεικονίζεται στο ασύμβατο μοντέλο. Για να ξεπεραστεί, η μόνη λύση είναι η δημιουργία και η χρήση ενός πλήρους, κατάλληλου και συμβατού μοντέλου ανασύστασης.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι σ’ αυτήν την φάση το μοντέλο ανασύστασης είναι το μέσο με το οποίο ολοκληρώνονται όλες οι επιμέρους θεωρητικές δραστηριότητες. Πιο συγκεκριμένα, είναι α) η οπτική με την οποία εντοπίζονται και αναγνωρίζονται τα δεδομένα και β) το μοναδικό κριτήριο με το οποίο αξιολογούνται.

Ο ρόλος των δεδομένων, από την άλλη μεριά, είναι παθητικός. Τα δεδομένα συμμετέχουν στην διαδικασία ανασύστασης ενός θεωρητικού συνόλου με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν τα εξαρτήματα ή τα δομικά στοιχεία στην ανασύσταση μιας συσκευής ή μιας οικοδομής. Δεν αποφασίζουν τα ίδια ούτε αν θα συγκεντρωθούν ή όχι ούτε την θέση που θα καταλάβουν μέσα στο σύνολο. Οι παραπάνω αποφάσεις ανήκουν στην αρμοδιότητα του μοντέλου. Π.χ. ανάλογα με το μοντέλο που θα χρησιμοποιήσουμε, με τα ίδια οικοδομικά υλικά (π.χ. πέτρα) είναι δυνατό να ανασυνθέσουμε δυο ή περισσότερα εντελώς διαφορετικά σύνολα (π.χ. ένα σπίτι ή μια γέφυρα).

Τα δεδομένα που είναι συμβατά με το μοντέλο, δηλαδή αυτά που ταιριάζουν σε κάποια από τις θέσεις του, είναι ορατά, θεωρούνται κατάλληλα και αξιοποιήσιμα και συγκεντρώνονται. Αντίθετα, τα δεδομένα που δεν ταιριάζουν σε καμία από τις θέσεις του μοντέλου είναι αόρατα, θεωρούνται ακατάλληλα και μη αξιοποιήσιμα και απορρίπτονται. Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης που προκύπτει από την χρήση του μοντέλου είναι μη ανατρέψιμο και δεν επηρεάζεται από τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από την χρήση οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου, ακόμη και αντικειμενικού. Π.χ. τα δεδομένα που είναι ασύμβατα με το μοντέλο θα απορριφθούν, δεν θα συγκεντρωθούν και δεν θα αξιοποιηθούν ακόμη κι αν είναι έγκυρα και καλύπτουν όλα τα αντικειμενικά κριτήρια που είναι δυνατό να διατυπωθούν. Η εγκυρότητα και η αξιοπιστία τους δεν θα τους δώσουν μια θέση στο σύνολο που ανασυντίθεται.

Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις ανασύστασης. Π.χ. ένας αρχιτέκτονας δεν θα συγκεντρώσει κανένα από τα δομικά υλικά που δεν ταιριάζουν στο αρχιτεκτονικό σχέδιο που χρησιμοποιεί. Θα τα αγνοήσει, ακόμη κι αν είναι βέβαιος για την αντοχή, την ποιότητα ή το χαμηλό κόστος τους.

Το μοναδικό πρόσθετο κριτήριο, το οποίο χρησιμοποιείται μόνο στην αξιολόγηση των δεδομένων και σε καμία άλλη γνωστή περίπτωση, είναι η δυνατότητα ή η αδυναμία του κατασκευαστή να τα κατανοήσει. Όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο κεφάλαιο των ερμηνειών (3η φάση της διαδικασίας ανασύστασης), τα δεδομένα είναι κωδικοποιημένες πληροφορίες ή οι απαντήσεις που δίνει η φυσική πραγματικότητα στα ερωτήματα που της θέτουμε. Ως πληροφορίες, προκειμένου ν’ αξιοποιηθούν, θα πρέπει να είναι κατανοητές. Αν είναι ακατανόητες θεωρούνται μη αξιοποιήσιμες και γι’ αυτό δεν επιλέγονται και δε συγκεντρώνονται.

Η δυνατότητα κατανόησης, όπως θα δούμε στο ειδικό κεφάλαιο, καθορίζεται από την ποιότητα της επιστημονικής αντίληψης, η οποία σ’ αυτήν την περίπτωση χρησιμοποιείται σα λογική ή σαν ερμηνευτικό σύστημα. Εάν η αντίληψη – λογική είναι πλήρης, κατάλληλη και συμβατή με το αντικείμενό της όλα τα έγκυρα δεδομένα θα ερμηνευθούν σωστά και θα γίνουν κατανοητά, οπότε θα αξιοποιηθούν. Αν είναι ανεπαρκής και ασύμβατη, τα δεδομένα ειτε δεν θα ερμηνευθούν σωστά, οπότε είναι άχρηστα ακόμη κι αν αξιοποιηθούν, είτε θα μείνουν ακατανόητα, οπότε δεν θα αξιοποιηθούν.

Όλα τα φαινόμενα που προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε θεωρητικά αποτελούν μικρά τμήματα της φυσικής πραγματικότητας. Τα δεδομένα που παράγονται από τη μελέτη τους αποτελούν μικρά δομικά στοιχεία των φαινομένων και ,ως εκ τούτου, δομικά στοιχεία της φυσικής πραγματικότητας. Όταν το μοντέλο ανασύστασης είναι ασύμβατο με την φυσική πραγματικότητα θα είναι οπωσδήποτε ασύμβατο και με όλα τα δομικά της στοιχεία. Επειδή τα δεδομένα θα είναι ασύμβατα με το μοντέλο που είναι ασύμβατο με το φαινόμενο στο οποίο παράγονται δεν θα αναγνωριστούν, δεν θα αξιολογηθούν σωστά, δεν θα συγκεντρωθούν και δεν θα αξιοποιηθούν στην παραγωγή θεωριών, ακόμη κι αν είναι έγκυρα. Επιπλέον, επειδή το μοντέλο είναι η επιστημονική αντίληψη, η οποία λειτουργεί και ως λογική, τα δεδομένα θα είναι μη αναμενόμενα και ακατανόητα στη λογική που είναι ασύμβατη με την πραγματικότητα. Τελικά, όταν η επιστημονική αντίληψη (οπτική, μοντέλο ανασύστασης, λογική) είναι ασύμβατη με το αντικείμενό της, τα έγκυρα δεδομένα και οι γνώσεις που ήδη υπάρχουν δεν θα συγκεντρωθούν και δεν θα αξιοποιηθούν. Είτε θα περιθωριοποιηθούν σαν αόρατα στην ασύμβατη οπτική, σαν ασύμβατα με το ασύμβατο μοντέλο και σαν ακατανόητα στην ασύμβατη λογική είτε θα τροποποιηθούν (αναπροσαρμοστούν) ,με κάποια από τις μεθόδους που θα δούμε στο ειδικό κεφάλαιο, ώστε να αποκτήσουν μια εντελώς νέα μορφή, με την οποία θα είναι πλέον «κατανοητά», συμβατά και αποδεκτά.

Όταν το μοντέλο είναι ασύμβατο, τα έγκυρα δεδομένα ,όπως θα δούμε με παραδείγματα στα κεφάλαια που ακολουθούν, χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, α) στα έγκυρα και αξιοποιήσιμα και β) στα έγκυρα και μη αξιοποιήσιμα, τα οποία χωρίζονται σε:

  1. αόρατα

  2. «αρνητικά» ή «αναξιόπιστα» και

  3. τροποποιημένα.

Εξ’ αιτίας της παρουσίας του ανεπαρκούς και ασύμβατου νοητικού υποδείγματος που δημιουργήθηκε στην πρώτη φάση οδηγούνται στην αποτυχία όλες οι φάσεις που ακολουθούν. Η προσπάθεια συγκέντρωσης και αξιοποίησης των δεδομένων εκφυλίζεται σε προσπάθεια περιθωριοποίησης και τροποποίησης (συμβατοποίησης) των δεδομένων. Τα βασικά συμπτώματα που παρατηρούνται σ’ αυτήν την περίπτωση είναι:

Α) η αδυναμία συγκέντρωσης του συνόλου των δεδομένων και των γνώσεων που ήδη υπάρχουν,

Β) η ψευδο- ανεπάρκεια δεδομένων, η οποία οφείλεται στην αδυναμία εντοπισμού και αναγνώρισης των δεδομένων που ήδη υπάρχουν,

Γ) η επιλεκτική αξιοποίηση ορισμένων μόνο δεδομένων, τα οποία τυχαίνει να ταιριάζουν στο ασύμβατο μοντέλο,

Δ) η περιθωριοποίηση (απόρριψη) της πλειοψηφίας των έγκυρων δεδομένων,

Ε) η αδυναμία κατανόησης των έγκυρων δεδομένων και

Στ) η τροποποίηση των δεδομένων που από τη μια είναι αδύνατο να απορριφθούν με κάποια από τις παραπάνω μεθόδους και απ’ την άλλη είναι αδύνατο να αξιοποιηθούν με την φυσική τους μορφή, δηλαδή με τη μορφή που έχουν όταν παράγονται.

Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν απλές αδυναμίες στην εκτέλεση του θεωρητικού έργου, αλλά βασικές εκτροπές που οδηγούν σε αποτυχία την κίνηση από το μερικό στο ολικό και τελικά οδηγούν σε αδιέξοδο την προσπάθεια της επιστήμης.

Το κριτήριο με το οποίο αξιολογείται η απόδοση της δεύτερης φάσης είναι η δυνατότητα ή η αδυναμία συγκέντρωσης ΟΛΩΝ των δεδομένων που ήδη υπάρχουν. Εάν ο θεωρητικός τομέας λειτουργεί σωστά και διαθέτει πράγματι όλα όσα του χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του με επιτυχία, τότε όλα τα έγκυρα δεδομένα θα πρέπει να συγκεντρώνονται και να αξιοποιούνται με την φυσική τους μορφή. Εάν διαπιστώσουμε έστω και μια από τις παραπάνω εκτροπές, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο θεωρητικός τομέας δυσλειτουργεί , γιατί δεν έχει τα δομικά στοιχεία που του χρειάζονται για να εκτελέσει το έργο του και ότι το νοητικό υπόδειγμα που χρησιμοποιεί είναι ανεπαρκές και ασύμβατο με το αντικείμενό του.

Όλα όσα διατυπώθηκαν σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι δυνατό να φαίνονται υπερβολικά, απίστευτα ή ακόμη και συκοφαντικά. Όλοι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε ότι η επιστήμη είναι η πιο αντικειμενική και αξιόπιστη απ’ όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου, η μόνη που διαθέτει τους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν την ορθή εκτέλεση όλων των επιστημονικών δραστηριοτήτων και την αξιοπιστία όλων των προϊόντων που παράγονται απ’ αυτές. Είναι πολύ δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι η ίδια η επιστήμη είναι αυτή που καταστρέφει τα δεδομένα που παράγει με τόσο κόπο και μάλιστα εξ’ αιτίας ενός νοητικού μοντέλου ανασύστασης, δηλαδή ενός άγνωστου παράγοντα, η παρουσία και ο ρόλος του οποίου δεν έχει επισημανθεί από την πλειοψηφία των ειδικών. Πώς είναι δυνατό ένας «ανύπαρκτος» νοητικός παράγοντας να έχει την δύναμη να προκαλέσει τα φαινόμενα που του αποδίδονται και να επηρεάσει σε τόσο μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της επιστήμης;

Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα δούμε ορισμένα μόνο από τα αναρίθμητα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν όλα όσα διατυπώθηκαν, τα οποία αποτελούν ένα μικρό μέρος των αδυναμιών, των δυσλειτουργιών και των εκτροπών που οφείλονται στην παρουσία ενός ανεπαρκούς και ασύμβατου μοντέλου ανασύστασης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί, ώστε να μην υπάρξει καμία παρερμηνεία, ότι η εικόνα που αναδύεται απ’ αυτά που έχουν διατυπωθεί και απ’ αυτά που θα διατυπωθούν στην πορεία αφορά αποκλειστικά τον θεωρητικό τομέα και καθόλου τον ερευνητικό, στο έργο του οποίου δεν παρεισφρύει καμία αδυναμία, εκτροπή ή φαινόμενο δυσλειτουργίας.

Στα παραδείγματα που ακολουθούν θα φανούν οι παρενέργειες που έχει η χρήση ενός ανεπαρκούς και ασύμβατου μοντέλου στη συγκέντρωση και την αξιοποίηση των δεδομένων. Τα φαινόμενα που θα εξεταστούν είναι η κυτταρική μετανάστευση σε ασθενές ηλεκτρικό πεδίο και ο κυτταρικός διάλογος. Επειδή είναι αδύνατο να ελεγχθούν όλα τα δεδομένα που έχουν παραχθεί από το σύνολο των σχετικών ερευνών, θα ελέγξουμε τα βασικά στοιχεία της συμπεριφοράς που εκδηλώνουν τα κύτταρα, τα οποία είναι κοινά σε όλες τις έρευνες και ως εκ τούτου είναι ,από ερευνητική άποψη, απολύτως έγκυρα και αξιόπιστα, οπότε θα πρέπει όλα να αξιοποιηθούν και να εμφανίζονται στις θεωρίες που επιχειρούν να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα κατά την διάρκεια της μελέτης των οποίων έχουν παραχθεί τα δεδομένα. Αν διαπιστώσουμε ότι τα δεδομένα αυτά δεν εμφανίζονται στις θεωρίες, τότε μπορούμε να πούμε ότι δε συγκεντρώνονται και δεν αξιοποιούνται, οπότε επιβεβαιώνονται όλα όσα διατυπώθηκαν σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η απουσία ακόμη και των βασικών στοιχείων από τις θεωρίες αποκαλύπτει ότι οι θεωρίες αυτές είναι εντελώς άσχετες (ασύμβατες) με το φαινόμενο που υποτίθεται ότι προσπαθούν να ερμηνεύσουν και ότι το μοντέλο με το οποίο έχουν κατασκευαστεί είναι ασύμβατο με το φαινόμενο που πραγματεύεται και με το σύνολο (κύτταρο) από τη λειτουργία του οποίου έχει παραχθεί το φαινόμενο.