Φάση 5η: Συναρμολόγηση Δεδομένων / Ερμηνειών

Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία αξιολόγησης των ερμηνειών και επιλεγούν αυτές που θεωρούνται βάσιμες, ο θεωρητικός έχει στη διάθεσή του τα τμήματα (ερμηνείες ή δεδομένα) που απαρτίζουν το σύνθετο φαινόμενο που θέλει να ερμηνεύσει. Η διαδικασία αξιοποίησης των δεδομένων σε αυτό το σημείο μπαίνει στην επόμενη φάση της. Ο θεωρητικός σ’ αυτή τη φάση λειτουργεί όπως όλοι οι κατασκευαστές σύνθετων συνόλων. Αρχίζει να συναρμολογεί τα δεδομένα ή τις ερμηνείες τους όπως όλοι οι κατασκευαστές συναρμολογούν τα δομικά στοιχεία (εξαρτήματα κ.λ.π) που χρειάζονται για να κατασκευαστεί το σύνολο που θέλουν να κατασκευάσουν.

Εάν η παραγωγή των ερμηνειών ισοδυναμεί με την κίνηση από το γνωστό στο άγνωστο, η συναρμολόγηση των τμημάτων ισοδυναμεί με την κίνηση από το μερικό στο ολικό. Τα δεδομένα αντιπροσωπεύουν το μέρος και το σύνολο που θα παραχθεί απ’ αυτά το όλον. Για να πετύχει η προσπάθεια μετατροπής του μέρους σε όλον θα πρέπει το καθένα από τα τμήματα να τοποθετηθεί στη θέση που του ανήκει ώστε να συνδυαστεί αρμονικά με τα γειτονικά του. Μ’ αυτή την έννοια, για να πετύχει η προσπάθεια ανασύστασης ενός θεωρητικού συνόλου, τα δεδομένα θα πρέπει να καταλάβουν τη θέση και το ρόλο που τους αντιστοιχεί στη φυσική πραγματικότητα.

Πώς συναρμολογούνται τα δεδομένα; Πώς ορίζεται η θέση στην οποία θα τοποθετηθεί το καθένα απ’ αυτά και ο τρόπος που θα συνδυαστεί με τα υπόλοιπα; Υπάρχει άραγε κάποιος συγκεκριμένος παράγοντας που καθορίζει πόσα και ποια από τα δεδομένα θα αξιοποιηθούν και ποια όχι και τη θέση στην οποία θα τοποθετηθεί το καθένα απ’ αυτά; Η συναρμολόγηση των δεδομένων, όπως και όλες οι άλλες δραστηριότητες του θεωρητικού τομέα αποδίδεται, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, στις πνευματικές ιδιότητες των ειδικών. Σύμφωνα μ’ αυτά που έχουν διατυπωθεί σε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια, η εκτίμηση είναι λανθασμένη. Ο παράγοντας που χρησιμοποιείται, όπως έχουμε πει, ως «μέσον» παραγωγής σε όλες τις δραστηριότητες του θεωρητικού τομέα, είναι η κυρίαρχη επιστημονική αντίληψη, η οποία στη συγκεκριμένη δραστηριότητα συμμετέχει με τη μορφή του μοντέλου ανασύστασης. Ο θεωρητικός, όπως όλοι οι κατασκευαστές σύνθετων συνόλων, χρησιμοποιεί, είτε το ξέρει είτε όχι (συνήθως όχι), το μοντέλο ανασύστασης που έχει κατασκευάσει στην πρώτη φάση για να συναρμολογήσει τα δεδομένα ή τις ερμηνείες τους. Το μοντέλο ανασύστασης είναι ο παράγοντας που καθορίζει την μορφή και την σύνθεση του υπό κατασκευή συνόλου, καθώς και την μορφή, την θέση και το ρόλο που έχει μέσα στο σύνολο το καθένα από τα τμήματα. Μ’ αυτές τις ιδιότητες καθορίζει α) πόσα και ποιά από τα τμήματα που υπάρχουν θ’ αξιοποιηθούν και ποια όχι και β) την θέση και το ρόλο που θα έχει μέσα στο σύνολο το καθένα απ’ αυτά.

Το μοντέλο ανασύστασης είναι :

α) το κριτήριο με το οποίο επιλέγονται τα δεδομένα και

β) το υπόδειγμα με το οποίο αξιοποιούνται.

Όσα από τα δεδομένα ταιριάζουν σε κάποιες από τις θέσεις που προβλέπονται στο μοντέλο θεωρούνται κατάλληλα και σαν τέτοια επιλέγονται και αξιοποιούνται, ενώ αυτά που δεν ταιριάζουν σε καμιά από τις θέσεις του μοντέλου θεωρούνται ακατάλληλα και μη αξιοποιήσιμα και απορρίπτονται, προφανώς γιατί είναι αδύνατον ν’ αξιοποιηθούν. Τα αποτελέσματα που παράγονται από την χρήση του μοντέλου δεν ανατρέπονται ούτε από την εγκυρότητα των δεδομένων ούτε από οποιοδήποτε άλλο, γνωστό ή άγνωστο, κριτήριο.

Τα δεδομένα που είναι ασύμβατα με το μοντέλο ανασύστασης, δεν θ’ αξιοποιηθούν ακόμη κι αν είναι έγκυρα, επειδή δεν χωράνε στο μοντέλο.

Επειδή τα δεδομένα είναι τμήματα της φυσικής πραγματικότητας, είναι φυσιολογικό πως, για ν’ αξιοποιηθούν σωστά όλα όσα υπάρχουν, θα πρέπει το μοντέλο ανασύστασης να είναι πλήρες, κατάλληλο και συμβατό με το αντικείμενό του. Σ’ αυτή την περίπτωση τα δεδομένα θα είναι συμβατά με το μοντέλο που είναι συμβατό με την φυσική πραγματικότητα και ως εκ τούτου θ’ αξιοποιηθούν όλα σωστά. Το καθένα θα τοποθετηθεί στη θέση που του ανήκει στην φυσική πραγματικότητα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν κοινές, καθημερινές γνώσεις που εφαρμόζονται με επιτυχία σε όλες τις περιπτώσεις ανασύστασης σύνθετων συνόλων. Η ανασύσταση θεωρητικών συνόλων δεν αποτελεί με κανένα τρόπο εξαίρεση του κανόνα. Αντίθετα, αποτελεί το τυπικότερο από τα παραδείγματα που τον επιβεβαιώνουν. Αν κοιτάξουμε όλες τις θεωρίες που έχουν παραχθεί από μια κανονική επιστήμη π.χ. από την μοριακή βιολογία, θα δούμε ότι όλες είναι κατασκευασμένες πάνω στο ίδιο μοντέλο ανασύστασης. Η κάθε μια απ’ αυτές, ανεξάρτητα από το φαινόμενο που πραγματεύεται, τον τομέα της βιολογίας ή την εποχή στην οποία έχει παραχθεί, περιέχει μέσα της με την μορφή του νοητικού δομικού σκελετού, το μοριακό μοντέλο ανασύστασης.

Το μοντέλο ανασύστασης ή το νοητικό υπόδειγμα, στο τέλος της διαδικασίας ανασύστασης ενσωματώνεται στο σύνολο που θα παραχθεί απ’ αυτό. «Υπάρχει» μέσα στο σύνολο με τη μορφή του νοητικού δομικού σκελετού. Για να το δούμε, αρκεί να κοιτάξουμε μια από τις μοριακές θεωρίες με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο κοιτάμε ένα αεροπλάνο, όταν θέλουμε να δούμε το μοντέλο με το οποίο έχει κατασκευαστεί. Η ιδιότητα του μοντέλου να ενσωματώνεται στις θεωρίες που παράγονται απ’ αυτό μας προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία την οποία μπορούμε να εκμεταλλευτούμε για να το εντοπίσουμε, να το ελέγξουμε δομικά και λειτουργικά, να βρούμε τα τυχόν μειονεκτήματά του και να τα εξαλείψουμε. Επειδή το μοντέλο είναι μια από τις πολλές λειτουργικές ισομορφές με τις οποίες δρα η επιστημονική αντίληψη στον χώρο της επιστήμης, ο εντοπισμός του μας δίνει την ευκαιρία να εντοπίσουμε την επιστημονική αντίληψη. Η επιστημονική αντίληψη, η οποία είναι ένα αχανές και άμορφο σύνολο γνώσεων και απόψεων το οποίο είναι απρόσιτο με οποιαδήποτε άλλη μορφή του, σ’ αυτή τη φάση της θεωρητικής διαδικασίας μορφοποιείται, δηλαδή αποκτά συγκεκριμένη μορφή και ως εκ τούτου γίνεται προσιτή στον εντοπισμό, τον έλεγχο και τη βελτίωση.

Η πληρότητα και η ποιότητα του θεωρητικού συνόλου που θα παραχθεί στο τέλος της διαδικασίας ανασύστασης είναι ευθέως ανάλογη με την πληρότητα, την καταλληλότητα και τη συμβατότητα του μοντέλου ανασύστασης με το οποίο κατασκευάστηκε. Αν το μοντέλο είναι πλήρες, κατάλληλο και συμβατό με το αντικείμενό του τότε

α) θ’ αξιοποιηθούν σωστά όλα τα δεδομένα και

β) οι θεωρίες που θα παραχθούν απ’ αυτό θα είναι πλήρεις, κατάλληλες και συμβατές με το φαινόμενο που πραγματεύονται. Θα είναι βάσιμες, θ’ απεικονίζουν σωστά το φαινόμενο που προσπαθούν να ερμηνεύσουν.

Η επιτυχία της προσπάθειας είναι νομοτελειακά βέβαιη. Δεν ανατρέπεται ούτε από την ανεπάρκεια των δεδομένων ούτε από οποιονδήποτε άλλο, γνωστό ή άγνωστο παράγοντα. Ο ειδικός που χρησιμοποιεί ένα πλήρες και συμβατό μοντέλο θα καταφέρει με τη βοήθειά του να συναρμολογήσει γρήγορα, εύκολα και σωστά όλα τα δεδομένα που ήδη υπάρχουν και μάλιστα με τη φυσική τους μορφή. Η επιτυχία σ’ αυτή την περίπτωση οφείλεται στο ότι τα δεδομένα ως τμήματα της φυσικής πραγματικότητας θα είναι συμβατά με το μοντέλο που είναι συμβατό με τη φυσική πραγματικότητα. Η κατάσταση αλλάζει δραματικά όταν το μοντέλο ανασύστασης είναι ασύμβατο είτε είναι ανεπαρκές είτε εντελώς άσχετο με το αντικείμενό του. Η αποτυχία σ’ αυτή την περίπτωση είναι νομοτελειακά βέβαιη και δεν ανατρέπεται ούτε από την ιδανική πληρότητα των δεδομένων ούτε από την ποιότητα οποιουδήποτε από τους παράγοντες που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς. Εάν όλοι οι ειδικοί που υπηρετούν μια κανονική επιστήμη χρησιμοποιούν το ίδιο (ασύμβατο) μοντέλο για να συναρμολογήσουν τα δεδομένα τους, τότε η αποτυχία της προσπάθειας είναι γενικευμένη και καλύπτει όλα τα φαινόμενα που μελετά η συγκεκριμένη επιστήμη. Η καθολικότητα της αποτυχίας αποκαλύπτει από τη μια ότι ο παράγοντας που ευθύνεται γι’ αυτήν είναι κοινός για όλους τους ειδικούς και από την άλλη ότι είναι αδύνατον ν’ αποδοθεί σε κάποιον ατομικό (υποκειμενικό) παράγοντα, όπως είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος, φαντασίας, ευφυΐας κ.λ.π., γιατί αυτοί οι παράγοντες διαφοροποιούνται από το ένα άτομο στο άλλο.

Είναι σοβαρό λάθος να πιστέψει κανείς ότι η αποτυχία του συνόλου των ειδικών οφείλεται στην έλλειψη των νοητικών προσόντων που χρειάζονται για να πετύχουν, γιατί κάτι τέτοιο είναι αφύσικο και στατιστικά αδύνατον. Οι νοητικές ικανότητες είναι αυτονόητο ότι συμμετέχουν σε όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ρόλος τους είναι 1) δευτερεύων, καθώς δεν μπορούν ν’ ανατρέψουν τα αποτελέσματα που θα παραχθούν από την χρήση του μοντέλου και 2) αντιφατικός γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, όταν το μοντέλο είναι ασύμβατο αντί να δρουν εποικοδομητικά , λειτουργούν αρνητικά και οδηγούν τον φυσικό φορέα τους πιο βαθιά στο αδιέξοδο.

Αν το μοντέλο είναι συμβατό με το αντικείμενό του, τότε αυτοί που το χρησιμοποιούν και που τυγχάνει να είναι εξυπνότεροι από τους άλλους, θα ολοκληρώσουν το έργο τους πιο γρήγορα και πιο εύκολα απ’ όλους τους άλλους. Αντίθετα, όταν το μοντέλο είναι ασύμβατο με το αντικείμενό του, τότε οι ειδικοί που τυγχάνει να διαθέτουν εξυπνάδα, φαντασία κ.λ.π. θα χρησιμοποιήσουν τις νοητικές τους ικανότητες για να ανακαλύψουν μεθόδους με τις οποίες θα «καταφέρουν» τελικά να λύσουν το πρόβλημα της ασυμβατότητας που υπάρχει ανάμεσα στο μοντέλο και στα δεδομένα. Όταν το μοντέλο ανασύστασης είναι ασύμβατο με την φυσική πραγματικότητα, τότε θα είναι ασύμβατο και με τα τμήματα της φυσικής πραγματικότητας, δηλαδή με τα δεδομένα. Ο ειδικός σ’ αυτή την περίπτωση, λόγω της ασυμβατότητας του μοντέλου με τα δεδομένα, αντιμετωπίζει αξεπέραστα προβλήματα στην προσπάθειά του ν’ αξιοποιήσει τα δεδομένα. Τα δεδομένα με τη μορφή που έχουν όταν παράγονται, όντας ασύμβατα με το μοντέλο, είναι αδύνατον ν’ αξιοποιηθούν με τη φυσική τους μορφή. Για να γεφυρώσει το χάσμα της ασυμβατότητας που υπάρχει ανάμεσα στα δεδομένα και το μοντέλο, χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του για να βρει τρόπους με τους οποίους θα προσαρμόσει τα δεδομένα στο μοντέλο του, με την έννοια ότι θα τα κάνει «συμβατά» και «αξιοποιήσιμα».

Η τροποποίηση ή η αλλαγή της φυσικής μορφής των δεδομένων είναι μια από τις εκτροπές που εμφανίζονται όταν το μοντέλο είναι ανεπαρκές και ασύμβατο με το αντικείμενό του. Οι μέθοδοι με τις οποίες τροποποιούνται τα δεδομένα θα διατυπωθούν στο επόμενο κεφάλαιο. Η ανεπάρκεια και η ασυμβατότητα του μοντέλου οδηγούν τους ειδικούς σε λανθασμένους χειρισμούς, τους οποίους θ’ αποκαλέσουμε εκτροπές, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν στην αδυναμία αξιοποίησης των δεδομένων και στην αδυναμία κατανόησης των φαινομένων.

Οι πιο σημαντικές απ’ αυτές είναι:

  1. Η αυθαίρετη μετατροπή του μέρους, το οποίο απεικονίζεται στο ανεπαρκές μοντέλο σε όλον

  2. Η αδυναμία αξιοποίησης του συνόλου των δεδομένων με τη φυσική τους μορφή

  3. Η επιλεκτική αξιοποίηση ορισμένων μόνο δεδομένων και η περιθωριοποίηση ενός σημαντικού ποσοστού των δεδομένων (αόρατα και αρνητικά)

  4. Η πλασματική ανεπάρκεια των δεδομένων, η οποία αποτυπώνεται στο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στα δεδομένα που υπάρχουν σε όλους τους τομείς της επιστήμης και σ’ αυτά που αξιοποιούνται και εμφανίζονται στις θεωρίες και

  5. Η τροποποίηση των δεδομένων τα οποία από τη μια είναι αδύνατον να αξιοποιηθούν με τη φυσική τους μορφή και από την άλλη είναι αδύνατον να περιθωριοποιηθούν. Η τροποποίηση των δεδομένων έχει δυο μορφές: α) «τροποποίηση προς τα πάνω» και β) «τροποποίηση προς τα κάτω».

Η παρουσία μιας ή περισσοτέρων απ’ αυτές τις εκτροπές αποκαλύπτει ότι το μοντέλο ανασύστασης είναι ανεπαρκές, ασύμβατο και ως εκ τούτου αναποτελεσματικό. Οι εκτροπές εξαφανίζονται μόνο όταν το ανεπαρκές μοντέλο αντικατασταθεί από ένα μοντέλο που θα είναι πλήρες, κατάλληλο και συμβατό.