Μεταφορά Γνώσης

Η αναγκαία συνθήκη που επιβάλλει την παραγωγή θεωριών από μια επιστήμη είναι η απουσία ή η έλλειψη δεδομένων και γνώσεων. Αν πούμε τώρα ότι μπορούμε να παράγουμε θεωρίες και υποθέσεις χρησιμοποιώντας έγκυρες γνώσεις, η πρότασή μας θα φανεί αντιφατική. Η αντίφαση είναι πλασματική και ξεπερνιέται αν σκεφτούμε ότι όταν μια επιστήμη δεν έχει τις γνώσεις που χρειάζεται για να ερμηνεύσει τα φαινόμενα που μελετά μπορεί να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις που έχουν παραχθεί σε άλλες επιστήμες, ομοειδείς και μη, από τη μελέτη των φαινομένων που είναι όμοια μ’ αυτά που θέλει να ερμηνεύσει η συγκεκριμένη επιστήμη. Η μέθοδος είναι απλή και ονομάζεται μεταφορά γνώσης από τη μια επιστήμη στην άλλη.

Ο θεωρητικός τομέας μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιεί (να μεταφέρει) τις γνώσεις που έχουν πραχθεί σε οποιαδήποτε άλλη επιστήμη για να δημιουργεί θεωρίες και υποθέσεις για τα φαινόμενα που τον ενδιαφέρουν. Π.χ. ο θεωρητικός τομέας της βιολογίας στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει ένα άγνωστο φαινόμενο, όπως για παράδειγμα την ανταπόκριση των κυττάρων στα ασθενή ηλεκτρομαγνητικά σήματα, έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει γνώσεις που έχουν παραχθεί σε άλλες επιστήμες από τη μελέτη ομοειδών φαινομένων, όπως είναι για παράδειγμα η ανταπόκριση των σύγχρονων τηλεχειριζόμενων συσκευών στα ασθενή ηλεκτρομαγνητικά σήματα. Η αναγκαία προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται για να μεταφερθεί γνώση από μια επιστήμη σε μια άλλη είναι τα φαινόμενα που μελετούν να είναι ομοειδή. Η γνώση μπορεί να μεταφερθεί από ένα γνωστό φαινόμενο σ’ ένα άλλο, άγνωστο αλλά ομοειδές φαινόμενο.

Μειονεκτήματα της μεθόδου

Η μέθοδος είναι απλή, από τη στιγμή που θα εντοπίσουμε τα ομοειδή φαινόμενα, και μπορεί να γενικευθεί και να χρησιμοποιηθεί από όλους τους θεωρητικούς τομείς. Αυτά που ξέρουμε μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε αυτά που δεν ξέρουμε. Η μεταφορά γνώσης, αν και έχει μειονεκτήματα, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις είναι δυνατό ν’ αποδειχθεί επιτυχής και ασφαλής. Το πιο σημαντικό από τα μειονεκτήματα της μεθόδου, το οποίο είναι δυνατό να οδηγήσει σε λανθασμένες επιλογές αν περάσει απαρατήρητο, είναι ότι η γνώση, όταν μεταφερθεί από ένα γνωστό σ’ ένα άγνωστο, ομοειδές φαινόμενο μετατρέπεται σε αβέβαιη άποψη και ως εκ τούτου μπορεί να είναι βάσιμη ή αβάσιμη. Ενώ παραμένει έγκυρη γνώση στο φαινόμενο στο οποίο έχει επιβεβαιωθεί, είναι αβέβαιη άποψη στο φαινόμενο στο οποίο έχει μεταφερθεί. Π.χ. ξέρουμε (έγκυρη γνώση) ότι οι εμβρυϊκοί ινωδοβλάστες συνδιαλέγονται μεταξύ τους ανταλλάσσοντας μοριακούς παράγοντες (3). Αν μεταφέρουμε αυτήν την γνώση σ’ ένα άλλο ομοειδές φαινόμενο και πούμε για παράδειγμα ότι τα αστροκύτταρα τύπου 1 και οι πολυδύναμοι προγεννήτορες της αστρογλοίας, ή τα κύτταρα του μεσοδέρματος και τα κύτταρα του εξωδέρματος συνδιαλέγονται ανταλλάσσοντας μοριακούς παράγοντες, θα έχουμε εκφράσει μια αβέβαιη άποψη, η οποία είναι δυνατό να είναι σωστή, όπως είναι το ίδιο δυνατό να είναι λανθασμένη. Εάν την υιοθετήσουμε χωρίς να την ελέγξουμε ,πιστεύοντας ότι είναι ισότιμη με έγκυρη γνώση, θα έχουμε διαπράξει ένα πολύ σοβαρό ολίσθημα.

Ομοιότητα και επιτυχία της μεθόδου

Η ομοιότητα ανάμεσα σε δυο φαινόμενα δε συνεπάγεται ταυτότητα. Κάτω από την ομοιότητα είναι δυνατό να κρύβονται διαφορές, οι οποίες θα πρέπει να εντοπιστούν προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης κατανόηση ενός φαινομένου. Π.χ. κάτω από τον γενικό τίτλο «κυτταρικός διάλογος» βρίσκεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομοειδών φαινομένων, τα οποία είναι δυνατό να ολοκληρώνονται με την ανταλλαγή είτε μοριακών ειτε ηλεκτρικών ειτε ηλεκτρομαγνητικών μηνυμάτων, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο οι ζωντανοί οργανισμοί (κύτταρα ή άλλοι) να επικοινωνούν μεταξύ τους ανταλλάσσοντας το είδος των μηνυμάτων που είναι κατάλληλα για την κάθε περίσταση. Οι πιθανότητες επιτυχίας της μεθόδου μεταφοράς ή γενίκευσης της γνώσης αυξάνονται όταν η γνώση που χρησιμοποιούμε καλύπτει όλα τα ομοειδή φαινόμενα που έχουν μελετηθεί. Π.χ. αν ξέρουμε ότι όλοι οι γνωστοί υποδοχείς είναι και εξειδικευμένοι ενεργειακοί μετατροπείς, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο άγνωστος υποδοχέας που μας ενδιαφέρει είναι κι αυτός ενεργειακός μετατροπέας. Η συμβατότητα της υπόθεσης ή της θεωρίας μας με το σύνολο των γνώσεων που υπάρχουν σε όλες τις επιστήμες είναι ένα από τα πιο ασφαλή θεωρητικά κριτήρια με τα οποία αξιολογείται η βασιμότητά τους.